Η ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: 7 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η   ΑΝΕΞΑΡΤΗΣΙΑ ΤΗΣ ΔΙΚΑΙΟΣΥΝΗΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ: 7 ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, η Νομική Σχολή του ΕΚΠΑ, η Νομική Σχολή του ΑΠΘ και η Εταιρεία Ελλήνων Δικαστικών Λειτουργών για τη Δημοκρατία και τις Ελευθερίες συνδιοργάνωσαν στις 23 Μαΐου 2018 επιστημονική εκδήλωση στην Αθήνα με θέμα «Η Ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης στην Ελλάδα».

Στόχος της εκδήλωσης ήταν η αξιολόγηση του ισχύοντος θεσμικού πλαισίου και της εφαρμογής του στην πράξη υπό το πρίσμα της νομολογίας του ΕΔΔΑ και των κατευθυντήριων αρχών που έχει θέσει το Συμβούλιο της Ευρώπης στη Σύσταση (2010)12 και στο Σχέδιο Δράσης που υιοθέτησε το 2016 η Επιτροπή Υπουργών για την ενίσχυση της δικαστικής ανεξαρτησίας και αμεροληψίας.

Διατυπώθηκαν τα ακόλουθα συμπεράσματα:

Ι. Ανεξαρτησία έναντι της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας

  1. Επιλογή στις κορυφαίες θέσεις της Δικαιοσύνης

Ο τρόπος επιλογής των ανώτατων δικαστικών λειτουργών από την Κυβέρνηση θα πρέπει να τροποποιηθεί, με κοινό νόμο, στο πλαίσιο της εξουσιοδότησης που παρέχει το άρθρο 90 παρ. 5 Συντ. Ειδικότερα, θα πρέπει να συσταθεί ένα ανεξάρτητο συμβουλευτικό σώμα, που θα αναδεικνύεται με διαφανείς διαδικασίες και θα αποτελείται κατά πλειοψηφία από ανώτατους δικαστικούς λειτουργούς όλων των κλάδων, αλλά και από καθηγητές πανεπιστημίου, δικηγόρους, ακαδημαϊκούς κ.ά., το οποίο θα καταθέτει, με πλήρη αιτιολογία, μια μικρή λίστα υποψηφίων προς την Κυβέρνηση. Η Κυβέρνηση θα λαμβάνει την τελική απόφαση, επιλέγοντας μεταξύ των προτάσεων που θα έχουν κατατεθεί. 

Σε πιθανή συνταγματική αναθεώρηση, η ρύθμιση θα πρέπει να ενταχθεί στο Σύνταγμα, ώστε να συνιστά υποχρέωση και όχι απλή επιλογή. Στην περίπτωση αυτή θα ήταν σκόπιμο την απόφαση να λαμβάνει τελικά ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και όχι η Κυβέρνηση.

 

  1. Διοίκηση των Δικαστηρίων

Ρητή συνταγματική διάταξη πρέπει να προβλέπει ότι η εκτελεστική και νομοθετική εξουσία υποχρεούνται να διαμορφώνουν τις δημόσιες πολιτικές για το δικαστικό σύστημα, με τήρηση της αρχής της δικαστικής ανεξαρτησίας, και να εξασφαλίζουν τους αναγκαίους πόρους και τις απαραίτητες υποδομές για την υλοποίησή τους. Η διοίκηση των δικαστηρίων θα πρέπει να ασκείται αποκλειστικά από δικαστικούς λειτουργούς.

 

  1. Παρεμβάσεις της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας κατά την άσκηση του δικαστικού έργου

Νομοθετικές παρεμβάσεις με φωτογραφικές διατάξεις, ενόσω είναι εκκρεμής μια υπόθεση στη Δικαιοσύνη – κυρίως μάλιστα σε τελευταίο βαθμό – συνιστούν κατά την πάγια νομολογία του ΕΔΔΑ παραβίαση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης.

Το ίδιο συμβαίνει όταν η εκτελεστική εξουσία αρνείται να εφαρμόσει στην πράξη τις δικαστικές αποφάσεις ή, πολύ περισσότερο, όταν ρητά δηλώνει ότι δεν θα τις εφαρμόσει, καθώς και όταν εκπρόσωποι της εκτελεστικής ή νομοθετικής εξουσίας ασκούν κριτική σε δικαστικές αποφάσεις που δεν τους είναι αρεστές, υποβαθμίζοντας την ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών.

Η συχνή εμφάνιση των φαινομένων αυτών επιβάλλει τη διαμόρφωση ενός Κώδικα με λεπτομερή αναφορά των κανόνων που θα διέπουν τις σχέσεις της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας με τη Δικαιοσύνη στους συγκεκριμένους τομείς.

 

  1. Διαμόρφωση απευθείας σχέσης του δικαστικού σώματος με την κοινωνία

Ο βέλτιστος τρόπος για να διασφαλισθεί η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης έναντι της εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας είναι η διαμόρφωση απευθείας σχέσης με τους πολίτες, που μπορεί να καταστεί εφικτή με τη σύσταση γραφείων τύπου τουλάχιστον στα μεγάλα δικαστήρια της χώρας. Ήδη από το 2005, το Συμβουλευτικό Συμβούλιο των Ευρωπαίων Δικαστών του Συμβουλίου της Ευρώπης διακηρύσσει ότι τα δικαστήρια πρέπει να οργανώνουν διαδικασίες πληροφόρησης των πολιτών για τις δραστηριότητές τους, αξιοποιώντας για το σκοπό αυτό και τα ΜΜΕ. Προτείνει μάλιστα τη σύνταξη ενός Κώδικα δεοντολογίας για τις σχέσεις δικαστών και δημοσιογράφων, που θα περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τις υποχρεώσεις των μερών ως προς τον τρόπο παρουσίασης του δικαιοδοτικού έργου.  

Η επικοινωνία με τους πολίτες μπορεί πάντως να είναι αποτελεσματική μόνο όταν υπάρχει σχέση εμπιστοσύνης, στην οποία θα πρέπει να επενδύσει το δικαστικό σώμα, φροντίζοντας για την ταχύτερη εκδίκαση των υποθέσεων και τη διαφάνεια στην εκτέλεση του δικαστικού έργου. Σημαντική είναι επίσης η λήψη νομοθετικών μέτρων για τη θωράκιση της Δικαιοσύνης έναντι πρακτικών του δικαστικού σώματος που κλονίζουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στην ανεξαρτησία του.

 

ΙΙ. Εσωτερική ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών

  1. Προαγωγές δικαστικών λειτουργών

Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του άρθρου 90 Συντ. θα μπορούσε να εξασφαλίζει ισχυρότερα εχέγγυα αντικειμενικότητας αν σε αυτό συμμετείχαν δικαστικοί λειτουργοί προερχόμενοι από όλους τους κλάδους της Δικαιοσύνης.

Στο Σύνταγμα θα πρέπει ρητά να προβλεφθεί ότι οι αποφάσεις σχετικά με τις προαγωγές των δικαστικών λειτουργών θα στηρίζονται στην αξία, τα προσόντα, τις δεξιότητες και την ικανότητα χειρισμού των υποθέσεων και ειδικότερα, αφενός στον τρόπο αντιμετώπισης δυσχερών νομικών ζητημάτων και αφετέρου στην έκδοση αποφάσεων εντός εύλογου, σε συνάρτηση με τη δυσχέρεια των υποθέσεων, χρόνου. Η προαγωγή με μοναδικό κριτήριο την επετηρίδα μειώνει το κύρος της Δικαιοσύνης και παραβιάζει ευθέως τις κατευθυντήριες αρχές του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Στο Σύνταγμα πρέπει επίσης να προβλεφθεί ότι οι αποφάσεις του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου θα είναι πλήρως αιτιολογημένες με βάση τα πιο πάνω κριτήρια.

Το δικαίωμα που παρέχει το άρθρο 90 παρ. 3 Συντ. στον Υπουργό Δικαιοσύνης να παραπέμπει μια υπηρεσιακή υπόθεση δικαστή  στην Ολομέλεια του οικείου Ανώτατου Δικαστηρίου όταν διαφωνεί με την κρίση του Συμβουλίου προσβάλλει την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και δεν μπορεί να δικαιολογηθεί.

 

  1. Επιθεώρηση δικαστικών λειτουργών

Τόσο ο τρόπος με τον οποίο πραγματοποιείται η επιθεώρηση όσο και το σύστημα των προαγωγών συνδέονται στενά με την ανεξαρτησία των δικαστικών λειτουργών. Η επιθεώρηση καθίσταται κενή περιεχομένου όταν όλοι οι δικαστικοί λειτουργοί χαρακτηρίζονται «άριστοι” και ο έλεγχος στηρίζεται σε μικρό αριθμό αποφάσεων που οι ίδιοι επιλέγουν.

Χρειάζεται ριζική αναθεώρηση του τρόπου διεξαγωγής της επιθεώρησης, στα πρότυπα που έχει υιοθετήσει το Συμβούλιο της Ευρώπης, ώστε με συγκεκριμένα και μετρήσιμα μεγέθη να αξιολογείται το ήθος, η ουσιαστική γνώση και η καλλιέργεια του δικαστικού λειτουργού, μέσω των οποίων και μόνο διασφαλίζεται η πραγματική ανεξαρτησία της γνώμης του. Για το σκοπό αυτό, με τη βοήθεια των πληροφοριακών συστημάτων των δικαστηρίων, πρέπει να αξιολογείται σε κάθε περίπτωση η πραγματική απόδοση κάθε δικαστικού λειτουργού, με βάση τον αριθμό των υποθέσεων που χειρίσθηκε σε ορισμένη περίοδο και κυρίως με βάση την ποιότητα της εργασίας του, όπως προκύπτει από τις  αιτιολογίες κάθε απόφασης που εξέδωσε.

Η επιθεώρηση δεν πρέπει άλλωστε να αφορά μόνο ατομικά τους δικαστικούς λειτουργούς, αλλά είναι αναγκαίο να επεκτείνεται και στο σύνολο της λειτουργίας της δικαστικής υπηρεσίας στην οποία υπηρετούν. Στο πλαίσιο αυτό, πρέπει να διαμορφωθούν συγκεκριμένοι κανόνες ώστε οι υποθέσεις να κατανέμονται στους δικαστικούς λειτουργούς με αντικειμενικά και γνωστά εκ των προτέρων κριτήρια. 

 

  1. Εκπαίδευση και επιμόρφωση δικαστικών λειτουργών

Η εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών αποτελεί σημαντικό παράγοντα για τη  διασφάλιση της προσωπικής και λειτουργικής τους ανεξαρτησίας.

Είναι αναγκαίο να καλλιεργηθεί ακόμα και στους πρωτοδιοριζόμενους δικαστικούς λειτουργούς η πεποίθηση ότι οφείλουν να κρίνουν κάθε υπόθεση με βάση το Σύνταγμα, το νόμο και τη συνείδησή τους και ότι, ως άμεσα όργανα του κράτους, οφείλουν να ασκούν τα καθήκοντά τους με υψηλό αίσθημα ευθύνης έναντι της κοινωνίας και της πολιτείας και όχι με κοντόφθαλμη αντίληψη γραφειοκρατικής διεκπεραίωσης των υποθέσεων. Όσον δε αφορά τη νομολογία των Ανώτατων Δικαστηρίων, ασφαλώς υπηρετεί την ενότητα του δικαίου, δεν μπορεί όμως να περιορίζει την ελευθερία τους να υιοθετούν εκείνη την ερμηνεία που θεωρούν ορθότερη, ούτε να καθίσταται άλλοθι για μηχανιστική αντιμετώπιση των υποθέσεων στο πλαίσιο μιας προϊούσας υπαλληλοποίησης.

Η εισαγωγική εκπαίδευση των δικαστικών λειτουργών, η οποία στη χώρα μας είναι από τις μικρότερες σε διάρκεια σε όλη την Ευρώπη, δεν επαρκεί για να οικοδομηθεί η φυσιογνωμία ενός σύγχρονου δικαστικού λειτουργού στο βάθος μιας πολυετούς σταδιοδρομίας. Για να αποδώσει καρπούς η δικαστική εκπαίδευση πρέπει να συνοδεύεται από υποχρεωτική, διαρκή και ουσιαστική επιμόρφωση των δικαστικών λειτουργών που να εκτείνεται  στο μεγαλύτερο μέρος της σταδιοδρομίας τους. Η στέρεη γνώση επί ειδικών αντικειμένων αλλά και η διαρκής ενημέρωση σε θέματα δικαστικής δεοντολογίας και ιστορίας της δικαιοσύνης  είναι το καλύτερο εφόδιο για την εξασφάλιση της ανεξαρτησίας της γνώμης τους.