Εκ μέρους του επικ. καθηγητή κ. Ι. Μαθιουδάκη -Υλικό για το μάθημα Διοικητικό Δίκαιο

ΝΟΜΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΑΠΘ – ΤΟΜΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ & ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ – ΓΕΝΙΚΟ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΔΙΚΑΙΟ – ΠΑΝ.ΕΤΟΣ 2020-21 – ΔΙΔ: Ι.Μαθιουδάκης, επίκ.καθηγητής

H ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΠΡΑΞΗ

Η κανονιστική διοικητική πράξη, σε αντίθεση με την ατομική, περιλαμβάνει ρύθμιση γενική και αφηρημένη. Π.χ. ο δήμαρχος παραμεθόριας περιοχής [ενν. οποιοσδήποτε δήμαρχος εφεξής] λαμβάνει το επίδομα Χ. Αντίθετα, η ρύθμιση ότι ο Δήμαρχος κ. Παπαδόπουλος λαμβάνει το Χ επίδομα έχει ατομικό χαρακτήρα.

Να προσεχθούν ως προς το κανονιστικό τους περιεχόμενο: α) οι πράξεις πολεοδομικού σχεδιασμού, στο μέτρο, που καθορίζουν όρους και περιορισμούς δόμησης, β) οι πράξεις σύστασης ή κατάργησης ορισμένης δημόσιας υπηρεσίας, γ) οι προκηρύξεις δημόσιων διαγωνισμών

Να προσεχθεί ότι ο κανονιστικός χαρακτήρας ορισμένης πράξης της διοίκησης εξαρτάται από το περιεχόμενό της και όχι από εξωτερικά στοιχεία (π.χ. εκδόν όργανο, δημοσίευση, εξουσιοδότηση νόμου κ.λπ.).

ΣΕ ΟΛ 685/2019 όχι ειδική εξουσιοδότηση – δασικές πυκνώσεις

10. Επειδή, με την 1942/2017 παραπεμπτική απόφαση του Ε΄ Τμήματος προς την Ολομέλεια, η οποία εκδόθηκε επί της παρούσης αιτήσεως, οι διατάξεις του άρθρου 23 παρ. 4 του ν. 3889/2010, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 153 παρ. ΙΑ΄ του ν. 4389/2016, κατ’ εξουσιοδότηση των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπουργική απόφαση, κρίθηκαν ως αντίθετες προς το Σύνταγμα από δύο απόψεις. Κρίθηκε, κατά πρώτον, ότι οι ως άνω εξουσιοδοτικές διατάξεις προσκρούουν στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος, διότι περιέχουν τον όρο της “οικιστικής πύκνωσης”, χωρίς, όμως, να τον προσδιορίζουν εννοιολογικώς ούτε να προβλέπουν τα χαρακτηριστικά της οικιστικής πύκνωσης ή ορισμένη διαδικασία για το χαρακτηρισμό της, αναθέτουν δε εξ ολοκλήρου την κανονιστική ρύθμιση των θεμάτων αυτών στη Διοίκηση με την έκδοση υπουργικής απόφασης και όχι προεδρικού διατάγματος, όπως θα ήταν, συνεπεία των ανωτέρω, επιβεβλημένο. Κρίθηκε, περαιτέρω, κατά πλειοψηφία, ότι οι ίδιες εξουσιοδοτικές διατάξεις, οι οποίες εξαιρούν από την ανάρτηση των δασικών χαρτών τις δασικές περιοχές που περικλείονται από το περίγραμμα ιώδους χρώματος των οικιστικών πυκνώσεων, είναι αντίθετες και με το άρθρο 24 παρ. 1 του Συντάγματος. Τούτο δε, διότι για αυτές δεν προβλέπεται, πάντως, άλλη διαδικασία για τη διάγνωση του τυχόν δασικού τους χαρακτήρα, η οποία να υποκαθιστά την ανάρτηση και την υποβολή ενστάσεων, όπως συμβαίνει προκειμένου περί των εκτάσεων που απεικονίζονται με κίτρινο περίγραμμα (βλ. άρθρο 24 του ν. 3889/2010), με αποτέλεσμα οι εν λόγω δασικές εκτάσεις του ιώδους περιγράμματος να μην συμπεριληφθούν στους δασικούς χάρτες, οποτεδήποτε αυτοί κυρωθούν.

ΣΕ 384/2018

6. Επειδή, ενόψει και της διατάξεως του άρθρου 24 παρ. 1 του κυρωθέντος με το ν. 2690/1999 (Α΄ 45) Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, η οποία προβλέπει την υποβολή αιτήσεως θεραπείας κατ’ ατομικής διοικητικής πράξεως, δεν νοείται αίτηση θεραπείας κατά κανονιστικής πράξεως με αίτημα την ανάκληση ή την τροποποίηση αυτής, έστω για λόγους νομιμότητας (ΣτΕ 1585/2016), δεδομένου ότι η Διοίκηση, η οποία είναι, κατ’ αρχήν, ελεύθερη να προβαίνει σε κανονιστική ρύθμιση, δεν υποχρεούται να τροποποιεί ή να ανακαλεί τις εκδιδόμενες κατ’ εξουσιοδότηση τυπικού νόμου κανονιστικές πράξεις της (ΣτΕ 573, 590/2016, 4244-7/2014, 1018/2013, 1818/2007). Επομένως, πράξη απορρίπτουσα τέτοιου είδους αίτηση, δεν αποτελεί παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας (ΣτΕ 1018/2013) και δεν έχει εκτελεστό χαρακτήρα. Συνεπώς και η προσβαλλόμενη σιωπηρή άρνηση ανακλήσεως ή τροποποιήσεως του κανονιστικού περιεχομένου του π. δ/τος της 6.3.2003, κατά το μέρος αυτού, με το οποίο καθορίστηκε περιοχή, στην οποία περιλαμβάνεται το ακίνητο των αιτούντων, ως ζώνη πρασίνου περιορισμένων χρήσεων, στερείται εκτελεστού χαρακτήρα, η δε υπό κρίση αίτηση είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΣτΕ 1585/2016 7μ., 590/2016, 573/2016, 4244 - 4247/2014, 1018/2013, 1818/2007).

ΣΕ 206/2019 ΕΝΤΑΞΗ ΣΕ ΚΑΝΟΝΙΣΤΙΚΌ ΚΑΘΕΣΤΏΣ – κατάταξη οδικού δικτύου

6. Επειδή, στο άρθρο 1 του ν. 3155/55 «Περί κατασκευής και συντηρήσεως των οδών» (Α? 63) ορίζεται ότι οι οδοί της χώρας διακρίνονται σε εθνικές, επαρχιακές και δημοτικές ή κοινοτικές. Με τα άρθρα 2, 3 και 4 του ίδιου νόμου ορίζονται τα λειτουργικά χαρακτηριστικά της κάθε κατηγορίας με βασικό κριτήριο τη σπουδαιότητα των «κέντρων» που ενώνουν οι οδοί, προβλέπεται δε επίσης η κατάταξη των οδών σε εθνικές και επαρχιακές, με Βασιλικά Διατάγματα που θα εκδοθούν εφάπαξ, κατόπιν εξειδικεύσεως των ανωτέρω αντικειμενικών κριτηρίων σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Εξ άλλου, με το άρθρο 12 παρ. 2, εδ. β? του ίδιου νόμου παρασχέθηκε η δυνατότητα να ρυθμίζονται με διατάγματα: «τα διά την ασφάλειαν της υπεραστικής συγκοινωνίας αναγκαία μέτρα, οίον η απομόνωσις του σώματος των οδών από τας πέριξ ιδιοκτησίας, ο καθορισμός των οδεύσεων εντός κατωκημένων τόπων, αι από του άξονος των οδών αποστάσεις οικοδομικών γραμμών, φρακτών, δενδροστοιχιών κ.λπ., αι περιπτώσεις συνεχούς ή περιοδικού αποκλεισμού κυκλοφορίας επί υπεραστικών οδών, η λήψις μέτρων προς εξασφάλισιν της ορατότητος, τα όρια βάρους και διαστάσεων των επί του οδικού δικτύου κυκλοφορούντων οχημάτων και τα του ελέγχου αυτών». Βάσει της διατάξεως αυτής εκδόθηκε το π.δ. 347/1993 «Λήψη μέτρων για την ασφάλεια της υπεραστικής συγκοινωνίας» (Α? 146) και, ακολούθως, το ομοίου τίτλου και περιεχομένου, διάταγμα 209/1998 (Α΄ 169). Με τις ρυθμίσεις του διατάγματος αυτού επιχειρήθηκε η περαιτέρω κατηγοριοποίηση του εθνικού και επαρχιακού οδικού δικτύου της χώρας σε βασικό, δευτερεύον και τριτεύον εθνικό οδικό δίκτυο και σε πρωτεύον και δευτερεύον επαρχιακό δίκτυο, η κατάταξη δε των εθνικών και επαρχιακών οδών στις κατηγορίες αυτές ανατέθηκε στον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε., σύμφωνα με τα προβλεπόμενα αναλυτικά στο άρθρο 1, που ορίζει τα εξής: «1. Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος διατάγματος και σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 3 του Ν. 3155/55 "Περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών" το Εθνικό και Επαρχιακό Οδικό Δίκτυο της Χώρας ανάλογα με τη σημασία του για τη συγκοινωνία, τις μεταφορές, την οικονομία της Χώρας και την Εθνική ’μυνα, σε συνδυασμό με τα γεωμετρικά μεγέθη του, τον αναμενόμενο κυκλοφοριακό φόρτο και τα ειδικότερα κριτήρια, τα οποία κατά περίπτωση αναφέρονται κατωτέρω, κατατάσσεται σε κατηγορίες με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο αυτό, ως εξής: α) Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο είναι το τμήμα εκείνο του Εθνικού Οδικού Δικτύου που συνδέει τη χώρα με άλλες επικράτειες, απ` ευθείας ή με παρέμβαση πορθμείων ή τα σπουδαιότερα αστικά κέντρα μεταξύ τους. β) Δευτερεύον Εθνικό Οδικό Δίκτυο είναι το τμήμα εκείνο του Εθνικού Οδικού Δικτύου που συνδέει βασικούς εθνικούς οδικούς άξονες μεταξύ τους ή με μεγάλα αστικά κέντρα, λιμάνια, αεροδρόμια ή με τόπους εξαιρετικού τουριστικού ενδιαφέροντος ή είναι οδικοί άξονες για τους οποίους έχει γίνει παραλλαγή με Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο. γ) Τριτεύον Εθνικό Οδικό Δίκτυο είναι το τμήμα εκείνο του Εθνικού Οδικού Δικτύου που έχει αντικατασταθεί με νέες χαράξεις Εθνικού Οδικού Δικτύου ή εξυπηρετεί μετακινήσεις σε περιοχές με αρχαιολογικό, τουριστικό, ιστορικό ή αναπτυξιακό ενδιαφέρον. δ) Πρωτεύον Επαρχιακό Οδικό Δίκτυο είναι … ε) Δευτερεύον Επαρχιακό Οδικό Δίκτυο είναι … 2. Το Εθνικό Οδικό Δίκτυο κατατάσσεται σε Βασικό, Δευτερεύον και Τριτεύον, με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Έργων μετά από σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Δημοσίων Έργων και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 3. …». Με το άρθρο 2 του διατάγματος καθορίστηκαν οι ελάχιστες αποστάσεις των πάσης φύσεως και χρήσεως κτιρίων από τους άξονες των οδών ή τα όριά τους, σε εκτός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ή οικισμών περιοχές και ειδικότερα, σε σχέση με οδούς του εθνικού οδικού δικτύου ως εξής: «α) Στο Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο, 60 μέτρα από τον άξονα της οδού και όχι λιγότερο των 40 μέτρων από το όριο αυτής. β) Στο Δευτερεύον Εθνικό Οδικό Δίκτυο, 45 μέτρα από τον άξονα της οδού και όχι λιγότερο των 30 μέτρων από το όριο αυτής. γ) Στα τμήματα του Εθνικού Οδικού Δικτύου που έχουν χαρακτηρισθεί και κατασκευασθεί ως αυτοκινητόδρομοι ή οδοί ταχείας κυκλοφορίας, όπως ορίζονται στο Ν. 2094/92, με παράπλευρες οδούς (S.R.) σε επαφή με την κύρια οδό ή και σε απόσταση από αυτή, τα κτίρια τοποθετούνται στην οριζόμενη ως άνω απόσταση από τον άξονα της κυρίας οδού και 20 μέτρα από τον άξονα της παραπλεύρου. Στην περίπτωση που δεν έχουν κατασκευασθεί παράπλευρες οδοί ισχύουν οι αποστάσεις των παρ. (1α) και (1β) του παρόντος άρθρου. δ) Στο Τριτεύον Εθνικό και στο Εθνικό Οδικό Δίκτυο των νήσων πλην Κρήτης, Εύβοιας, Ρόδου, Κέρκυρας, 30 μέτρα από τον άξονα της οδού. ε) Στις χαρακτηρισμένες ως παράπλευρες οδούς (S.R.) του Εθνικού Οδικού Δικτύου , εκτός των αυτοκινητοδρόμων και των οδών ταχείας κυκλοφορίας, 20 μέτρα από τον άξονα της παράπλευρης οδού, εφόσον έχει κατασκευασθεί. …».
7. Επειδή, η υπουργική απόφαση, με την οποία κατατάσσεται το εθνικό οδικό δίκτυο σε πρωτεύον, δευτερεύον και τριτεύον, σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στο προπαρατεθέν άρθρο 1 του π.δ. 209/1998, είναι κανονιστικού χαρακτήρα, διότι έχει ως συνέπεια την υπαγωγή των οδών που κατατάσσονται στο αντίστοιχο κανονιστικό καθεστώς (βλ. ΣτΕ 684/2018, πρβλ. ΣτΕ 2925/2014, που αφορά στην κατάταξη του επαρχιακού οδικού δικτύου ). Περαιτέρω, κατά τα παγίως κριθέντα, οι προεκτεθείσες ρυθμίσεις των διατάξεων του ν. 3155/1955 και του π.δ. 209/1998 αποσκοπούν στην εξασφάλιση της οδικής ασφάλειας και της συναφούς δυνατότητας απρόσκοπτης ορατότητας, στην εξασφάλιση της δυνατότητας μελλοντικής διαπλάτυνσης των οδών της χώρας (διασφαλίζοντας τον απαιτούμενο χώρο διέλευσης της οδού και, όπου χρειάζεται, των παραπλεύρων οδών), στην ανεμπόδιστη εκτέλεση νέων έργων στο Εθνικό ή Επαρχιακό οδικό δίκτυο, καθώς και στη συνακόλουθη αύξηση της κυκλοφοριακής ικανότητας των οδικών δικτύων. Οι σκοποί δε αυτοί επιδιώκονται με την λήψη προληπτικών μέτρων, ήτοι, μεταξύ άλλων, με τη θέσπιση ελαχίστων αποστάσεων των πάσης φύσεως και χρήσεως κτιρίων από τους οδικούς άξονες (βλ. ΣτΕ 684/2018, 502/2016, 207/2016, 2768/2013, 2510/2009, Π.Ε. 109/1998, 44/2010, 121/2011). Τέλος, δεδομένου ότι με την υπουργική απόφαση περί κατάταξης του εθνικού οδικού δικτύου σε πρωτεύον, δευτερεύον και τριτεύον δεν καθίστανται το πρώτον οικοδομήσιμα τα ακίνητα που έχουν πρόσωπο στις εν λόγω οδούς, καθώς και ότι οι αποστάσεις των κτιρίων από τον άξονα της οδού, κατά περίπτωση, προβλέπονται στο προαναφερθέν προεδρικό διάταγμα, η εν λόγω κατάταξη δεν συνιστά άσκηση αρμοδιότητας πολεοδομικού σχεδιασμού (βλ. ΣτΕ 684/2018).

ΣΕ 876/2019 - χαρακτηρισμός περιοχής ως καταφυγίου άγριας ζωής

Όπως έχει κριθεί, τα μόνιμα καταφύγια θηραμάτων που με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 57 του ν. 2637/1998 μετονομάσθηκαν σε καταφύγια άγριας ζωής, έχουν, κατά νόμο, ως σκοπό τη διατήρηση, ανάπτυξη και εκμετάλλευση του θηραματικού πλούτου και της άγριας πανίδας, αλλά και την προστασία και διάσωση του εν γένει φυσικού περιβάλλοντος της χώρας (βλ. ΣτΕ 414/2017, 831/2009, 2796/2002). Περαιτέρω, o χαρακτηρισμός περιοχής ως καταφυγίου άγριας ζωής, διά του καθορισμού των ορίων αυτού, έχει ως συνέπεια την υπαγωγή της συγκεκριμένης εκτάσεως στο καθεστώς προστασίας το οποίο θεσπίζεται με τις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 57 του ν. 2637/1998 και, επομένως, η απόφαση ιδρύσεως καταφυγίου άγριας ζωής έχει κανονιστικό χαρακτήρα, τον αυτό δε κανονιστικό χαρακτήρα έχει και κάθε μεταγενέστερη του χαρακτηρισμού πράξη, τροποποιητική των ορίων ιδρυθέντος καταφυγίου άγριας ζωής (ΣτΕ 573/2016 πρβλ. ΣτΕ 3176/2012, ως προς απόφαση καθορισμού κυνηγετικής περιοχής, ΑΠ 270/1984).

ΣΕ 217/2019 ΣΥΣΤΑΣΗ Ή ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΔΗΜΟΣΙΑΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΣ; - άμισθοι υποθηκοφύλακες

1. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, για την άσκηση της οποίας καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (κωδικός ηλεκτρονικού παραβόλου ..) ζητείται η ακύρωση των …/13.02.2018 προσκλήσεων του ν.π.δ.δ. “Ελληνικό Κτηματολόγιο”, με τις οποίες ζητήθηκε, βάσει του άρθρου 18 παρ. 4 περ. β) εδ. β του ν. 4512/2018, αντίστοιχα, από τους 1ο έως 64ο από τους αιτούντες, ειδικούς άμισθους υποθηκοφύλακες, να υποβάλουν αίτηση για τη μεταφορά - ένταξή τους στις οργανικές θέσεις Προϊσταμένων Κτηματολογικών Γραφείων και Υποκαταστημάτων, κατηγορίας ΠΕ, με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου, του παραπάνω ν.π.δ.δ.
2. Επειδή, οι προσβαλλόμενες πράξεις εκδόθηκαν κατά ρητή πρόβλεψη του προαναφερόμενου άρθρου 18 παρ. 4 περ. β) εδ. β του ν. 4512/2018 και εντάσσονται στη διαγραφόμενη από το άρθρο αυτό διαδικασία, με την οποία οι ειδικοί άμισθοι υποθηκοφύλακες, που διευθύνουν τα καταργούμενα δυνάμει του άρθρου 1 παρ. 7 του ίδιου νόμου ειδικά άμισθα υποθηκοφυλακεία, μεταφέρονται και εντάσσονται με τη δημοσίευση της απόφασης κατάργησης του ειδικού άμισθου υποθηκοφυλακείου σε θέσεις του κλάδου Προϊσταμένων Κτηματολογικών Γραφείων και Υποκαταστημάτων Κτηματολογικών Γραφείων του ν.π.δ.δ. “Ελληνικό Κτηματολόγιο”. Οι πράξεις αυτές επάγονται έννομες συνέπειες ως προς την υπηρεσιακή κατάσταση των αιτούντων – ειδικών αμίσθων υποθηκοφυλάκων, προς τους οποίους απευθύνονται, δεδομένου ότι η περαιτέρω υπηρεσιακή εξέλιξή τους εξαρτάται από τα εάν θα υποβάλουν ή όχι, μέσα στην τιθέμενη με τις παραπάνω προσκλήσεις αποκλειστική μηνιαία προθεσμία, αίτηση μεταφοράς και ένταξης στο ν.π.δ.δ. “Ελληνικό Κτηματολόγιο”. Και τούτο διότι μόνο εάν οι ειδικοί άμισθοι υποθηκοφύλακες υποβάλουν αίτηση μεταφοράς και ένταξης στο εν λόγω ν.π.δ.δ. εντός της προθεσμίας αυτής, θα μεταφερθούν και θα ενταχθούν στον Κλάδο Προϊσταμένων Κτηματολογικών Γραφείων και Υποκαταστημάτων αυτών του ως άνω ν.π.δ.δ. αυτοδικαίως (σύμφωνα με την αιτιολογική έκθεση του άρθρου 18 του ν. 4512/2018), με τη δημοσίευση της προβλεπόμενης στο άρθρο 1 παρ. 7 του ν. 4512/2018 απόφασης, ενώ, εάν δεν υποβάλουν την αίτηση, στερούνται οριστικά της δυνατότητας μεταφοράς και ένταξης στο ν.π.δ.δ. και μπορούν να επαναδιοριστούν ως δικηγόροι ή συμβολαιογράφοι (βλ. άρθρο 18 παρ. 4 περ. β) εδ. ε και στ του ν. 4512/2018, όπως παρατίθεται στη σκέψη 14). Συνεπώς, οι πράξεις αυτές, εφόσον εισάγουν νέα ρύθμιση σε σχέση με την υπηρεσιακή κατάσταση των αιτούντων, έχουν εκτελεστό χαρακτήρα, λαμβανομένου, μάλιστα, υπόψη ότι ο ν. 4512/2018 δεν προβλέπει την έκδοση πράξης μεταφοράς και ένταξης των ειδικών αμίσθων υποθηκοφυλάκων στο ν.π.δ.δ. “Ελληνικό Κτηματολόγιο”.
3. Επειδή, οι προσβαλλόμενες πράξεις είναι ατομικές διοικητικές πράξεις, δεδομένου ότι συνάπτονται με την ατομική υπηρεσιακή κατάσταση καθενός από τους αιτούντες και δεν εισάγουν ρυθμίσεις κανονιστικού χαρακτήρα, όπως αβασίμως αυτοί προβάλλουν, διότι δεν αφορούν την κατάργηση των ειδικών αμίσθων υποθηκοφυλακείων και των θέσεων των αμίσθων υποθηκοφυλάκων, ούτε τη σύσταση των Κτηματολογικών Γραφείων του ν.π.δ.δ. “Ελληνικό Κτηματολόγιο” και των Υποκαταστημάτων τους. Πράγματι, η κατάργηση των ειδικών αμίσθων υποθηκοφυλακείων και, συνακόλουθα, των θέσεων των υποθηκοφυλάκων, οι οποίοι τα διευθύνουν, όπως και η σύσταση των Υποκαταστημάτων Κτηματολογικών Γραφείων, επέρχονται, ανεξαρτήτως της έκβασης της διοικητικής διαδικασίας που κινείται με τις προσβαλλόμενες πράξεις, με τη δημοσίευση της προβλεπόμενης στο άρθρο 1 παρ. 7 του ν. 4512/2018 απόφασης του Δ.Σ. του ν.π.δ.δ. “Ελληνικό Κτηματολόγιο”. Εξάλλου, και η λειτουργία των Κτηματολογικών Γραφείων, που συστήνονται με το άρθρο 15 παρ. 1 του ν. 4512/2018, ξεκινά, σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, από τη δημοσίευση της παραπάνω απόφασης του Δ.Σ. του νέου φορέα (με εξαίρεση το Κτηματολογικό Γραφείο Κεντρικής Μακεδονίας, η έναρξη λειτουργίας του οποίου διαπιστώνεται με απόφαση του φορέα) και δεν εξαρτάται από την έκβαση της διοικητικής διαδικασίας που κινείται με τις προσβαλλόμενες πράξεις. Ενόψει του ατομικού χαρακτήρα των εν λόγω πράξεων, για την εκδίκαση της κρινόμενης αίτησης αρμόδιο είναι κατ΄ αρχήν το Διοικητικό Εφετείο Αθηνών, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 1 περ. ιε) του ν. 702/1977 (Α΄ 268), όπως η παρ. αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 2944/2001 (Α΄ 222) και, στη συνέχεια, η περ. ιε) προστέθηκε με το άρθρο 47 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α΄ 213). Ωστόσο, λόγω σπουδαιότητας των τιθεμένων με την υπό κρίση αίτηση ζητημάτων και οικονομίας της δίκης συντρέχει, εν προκειμένω, νόμιμος λόγος να κρατηθεί η υπόθεση, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 34 παρ. 1 του ν. 1968/1991 (Α΄ 150), και να εκδικασθεί από το Συμβούλιο της Επικρατείας (πρβλ. ΣτΕ 3094-5, 3404/2017, 735-6/2008 Ολ.).

ΣΕ 1097/2019

3. Επειδή, εξ άλλου, ο ν. 4387/2016 (ΦΕΚ Α? 85) ορίζει στο άρθρο 102 («Εισφορά υπέρ συλλογικών οργάνων συνταξιούχων») τα ακόλουθα: «1. Θεσπίζεται μηνιαία εισφορά 0,20 ευρώ, η οποία παρακρατείται από τις καταβαλλόμενες κύριες συντάξεις και αποδίδεται στο Λογαριασμό Κοινωνικής Πολιτικής του άρθρου 34 του Ν. 4144/2013, με σκοπό την οικονομική ενίσχυση Ομοσπονδιών, Σωματείων και Συνομοσπονδιών Συνταξιούχων. 2. Όσοι δεν επιθυμούν την παρακράτηση, θα πρέπει να υποβάλουν έγγραφη δήλωση στην αρμόδια υπηρεσία του ασφαλιστικού τους φορέα. 3. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου» (με την παράγραφο 4 του ιδίου άρθρου καθορίζεται ο χρόνος έναρξης της παρακράτησης).
4. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 102 του ν. 4387/2016, για την απόδοση της θεσπιζομένης με την διάταξη αυτή εισφοράς απαιτείται ο προηγούμενος καθορισμός, μεταξύ άλλων, των κριτηρίων και της διαδικασίας επιλογής των δικαιούχων οργανώσεων των συνταξιούχων με την υπουργική απόφαση της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου (η οποία εκ προφανούς παραδρομής παραπέμπει στην «προηγούμενη παράγραφο» 2 αντί της παραγράφου 1, όπως επιβάλλεται κατά λογική ερμηνεία των κρίσιμων εν προκειμένω διατάξεων του νόμου), μόνον δε μετά τον καθορισμό της διαδικασίας και των κριτηρίων επιλογής με την πράξη κανονιστικού χαρακτήρα της παραγράφου 3, κατά τα προεκτεθέντα, είναι δυνατή η έκδοση των ατομικής φύσεως πράξεων με τις οποίες προσδιορίζονται οι δικαιούχοι και το ποσό που αναλογεί σε έναν έκαστον εξ αυτών.

ΣΕ 304/2019 καταργηση εδρας δικαστηρίου

4. Επειδή οι προμνησθείσες διατάξεις του ν. 4274/2014 απαραδέκτως προσβάλλονται, διότι κατά το άρθρο 95 παράγραφος 1 εδάφιο α΄ του Συντάγματος και το άρθρο 45 παράγραφος 1 του π.δ. 18/1989 αίτηση ακυρώσεως επιτρέπεται μόνον κατά των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και όχι κατά διατάξεων τυπικών νόμων (ΣτΕ 1871/2017, 1067/2016 5η σκέψη, 215/2016 Ολομέλεια, 1618/2012 Ολομέλεια, 3867/2011 Ολομέλεια κ.ά.). Ο καθορισμός ή η κατάργηση μεταβατικών εδρών δικαστηρίων περιλαμβάνονται στα κατ’ άρθρο 93 παράγραφος 1 του Συντάγματος θέματα της οργανώσεως των δικαστηρίων, για τα οποία απαιτείται "ειδικός νόμος", που μπορεί να είναι τυπικός νόμος αλλά και νόμος με ουσιαστική έννοια, εκδιδόμενος κατόπιν ειδικής νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (ΣτΕ 4487/1995 7μ.). Λόγω του κανονιστικού χαρακτήρα της καταργήσεως μεταβατικών εδρών δικαστηρίων, η ρύθμιση αυτή δεν θα μπορούσε να περιλαμβάνεται καταρχήν στην αρμοδιότητα της εκτελεστικής εξουσίας στην οποία ανήκουν οι ατομικές ρυθμίσεις, σύμφωνα με το άρθρο 26 του Συντάγματος, που κατοχυρώνει την αρχή της διακρίσεως των λειτουργιών. Συνεπώς, η ρύθμιση περί καταργήσεως μεταβατικών εδρών δικαστηρίων μπορεί κατά το Σύνταγμα να θεσπίζεται ευθέως με τυπικό νόμο (βλ. ΣτΕ 38/2013 Ολομέλεια 7η σκέψη κ.ά.), τα δε προβαλλόμενα περί αντιθέσεως των επίδικων ρυθμίσεων στις διατάξεις των άρθρων 4, 20 παράγραφος 1, 26 και 95 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παράγραφος 1 της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτον του ν.δ. 53/1974, Α΄ 256), για τον λόγο ότι οι ρυθμίσεις αυτές έλαβαν χώραν με τυπικό νόμο, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να προσβληθούν με αίτηση ακυρώσεως, είναι απορριπτέα.

ΣΕ 381/2019 δημοσίευση κανονιστικών πράξεων – ανάρτηση στο διαδίκτυο

10. Επειδή από το Σύνταγμα επιβάλλεται η πλήρης δημοσίευση όχι μόνο των τυπικών νόμων αλλά και όλων των κανονιστικών (διοικητικών) πράξεων, ως συστατικό στοιχείο του κύρους τους. Περαιτέρω, ο ν. 3469/2006 ορίζει στο άρθρο 5 παράγραφος 2 εδάφιο θ΄ ότι στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δημοσιεύονται «οι κανονιστικού χαρακτήρα πράξεις του Πρωθυπουργού, του Υπουργικού Συμβουλίου, των Υπουργών, καθώς και οποιουδήποτε άλλου οργάνου της Διοίκησης, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του άρθρου 8 του νόμου αυτού και εφόσον η κείμενη νομοθεσία δεν προβλέπει άλλον ειδικότερο τρόπο δημοσίευσης», ενώ στο άρθρο 8 προβλέπονται περιπτώσεις πράξεων, μεταξύ δε αυτών ορισμένες είναι κανονιστικού χαρακτήρα, οι οποίες, κατ’ απόκλιση των λοιπών διατάξεων του νόμου, δεν είναι δημοσιευτέες στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ειδικότερα, στο εδάφιο η΄ της παραγράφου 1 του εν λόγω άρθρου 8 ορίζεται ότι δεν δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως «Οι κανονιστικές πράξεις για τις οποίες η κείμενη νομοθεσία προβλέπει ειδική διαδικασία δημοσίευσης ή γνωστοποίησης». Κατά την έννοια των αναφερθεισών διατάξεων, οι κανονιστικές πράξεις που δεν έχουν δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ανεξαρτήτως της υποχρεωτικής αναρτήσεώς τους στο διαδίκτυο (βάσει των διατάξεων του ν. 3861/2010, Α΄ 112), είναι ανυπόστατες και, επομένως, δεν παράγουν έννομες συνέπειες. Ωστόσο, λόγω της φύσεως και του περιεχομένου τους, αλλά και για λόγους ασφάλειας δικαίου, οι μη δημοσιευθείσες κανονιστικές πράξεις είναι ακυρωτέες προς αποφυγή του ενδεχομένου της εφαρμογής τους στο μέλλον (ΣτΕ 3001/2017, 3297/2015, 3675/2014 7μελής, 3112/2014, 2252, 1080/2013, 87/2011 Ολομέλεια).

ΣΕ 511/2019 ομοίως

14. Επειδή, από το Σύνταγμα επιβάλλεται η πλήρης δημοσίευση όχι μόνο των τυπικών νόμων αλλά και όλων των κανονιστικών διοικητικών πράξεων, ως συστατικό στοιχείο του κύρους τους. Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 2 περ. θ΄ του ν. 3469/2006 (Α? 131) ορίζεται ότι στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως δημοσιεύονται: «οι κανονιστικού χαρακτήρα πράξεις του Πρωθυπουργού, του Υπουργικού Συμβουλίου, των Υπουργών, καθώς και οποιουδήποτε άλλου οργάνου της Διοίκησης, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων του άρθρου 8 του νόμου αυτού και εφόσον η κείμενη νομοθεσία δεν προβλέπει άλλον ειδικότερο τρόπο δημοσίευσης», ενώ στο άρθρο 8 του ίδιου νόμου προβλέπονται περιπτώσεις πράξεων, ορισμένες από τις οποίες είναι κανονιστικού χαρακτήρα , οι οποίες κατ’ απόκλιση των λοιπών διατάξεων του νόμου δεν είναι δημοσιευτέες στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Ειδικότερα, στην περ. η΄ της παρ. 1 του εν λόγω άρθρου 8 ορίζεται ότι δεν δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως: «Οι κανονιστικές πράξεις για τις οποίες η κείμενη νομοθεσία προβλέπει ειδική διαδικασία δημοσίευσης ή γνωστοποίησης». Εξάλλου, με το άρθρο 2 παρ. 4 του ν. 3861/2010 «Ενίσχυση της διαφάνειας με την υποχρεωτική ανάρτηση νόμων και πράξεων των κυβερνητικών, διοικητικών και αυτοδιοικητικών οργάνων στο διαδίκτυο «Πρόγραμμα Διαύγεια» και άλλες διατάξεις» (Α? 112), προβλέφθηκε ως υποχρεωτική η ανάρτηση στο διαδίκτυο πολλών κατηγοριών νομοθετημάτων και διοικητικών πράξεων, μεταξύ των οποίων νόμοι (περ. 1), πράξεις νομοθετικού περιεχομένου (περ. 2), προεδρικά διατάγματα κανονιστικού χαρακτήρα (περ. 3), λοιπές πράξεις κανονιστικού χαρακτήρα, με εξαίρεση τις κανονιστικές πράξεις που αφορούν την οργάνωση, διάρθρωση, σύνθεση, διάταξη, εφοδιασμό και εξοπλισμό των Ενόπλων Δυνάμεων της Χώρας (περ. 4). Περαιτέρω, στο άρθρο 4 του ίδιου ν. 3861/2010, όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με την παρ. 4 του άρθρου 23 του ν. 4210/2013 (Α΄ 254), ορίστηκε ότι: «1. Οι πράξεις που αναφέρονται στο άρθρο 2, όταν είναι κατά νόμο δημοσιευτέες στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ισχύουν από τη δημοσίευσή τους, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά. 2. Με εξαίρεση τις πράξεις της προηγούμενης παραγράφου, οι λοιπές πράξεις που κατά τον παρόντα νόμο αναρτώνται στο διαδίκτυο δεν εκτελούνται, εάν δεν έχει προηγηθεί η ανάρτησή τους στο διαδίκτυο, κατά τα οριζόμενα στον παρόντα νόμο. 3. Οι ρυθμίσεις της παραγράφου 2 του παρόντος δεν θίγουν τις σχετικές δικονομικές ρυθμίσεις ως προς την άσκηση ενδίκων μέσων και βοηθημάτων ούτε τις ρυθμίσεις που ισχύουν για τις διοικητικές προσφυγές. 4. …». Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, οι προαναφερθείσες διατάξεις του ν. 3861/2010 για την υποχρεωτική ανάρτηση πράξεων στο διαδίκτυο δεν θίγουν τις διατάξεις του ν. 3469/2006, όσον αφορά τη δημοσίευση των κανονιστικών πράξεων στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, σύμφωνα δε με τις ως άνω διατάξεις του τελευταίου αυτού νόμου, οι κανονιστικές πράξεις που δεν έχουν δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως είναι ανυπόστατες και, επομένως, δεν παράγουν έννομες συνέπειες (βλ. ΣτΕ 1080, 1082, 2252/2013, πρβ. ΣτΕ 3297/2015, 2457/2016).

ΣΕ 1097/2019
2. Επειδή, ο ν. 1406/1983 (ΦΕΚ Α? 182) ορίζει στο άρθρο 1 παρ. 4 περ. στ΄ ότι στην δικαιοδοσία των τακτικών διοικητικών δικαστηρίων υπάγονται, εκδικαζόμενες ως διαφορές ουσίας, οι διαφορές που προκύπτουν «από την έκδοση πράξεων, οι οποίες αφορούν την καταβολή κοινοτικών ή εθνικών ενισχύσεων, επιδοτήσεων και λοιπών συναφών χρηματικών παροχών, καθώς και στην επιβολή κάθε σχετικού μέτρου ή κυρώσεως» και μάλιστα, κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 6 του ιδίου άρθρου 1 (η οποία προστέθηκε με το άρθρο 51 παρ. 3 ν. 3659/2008, ΦΕΚ Α? 77), «ανεξάρτητα από την ιδιότητα εκείνου που ασκεί το ένδικο βοήθημα». Κατά δε το άρθρο 2 παρ. 1 του ανωτέρω ν. 1406/1983 «Οι εκτελεστές ατομικές διοικητικές πράξεις που εκδίδονται στις περιπτώσεις του προηγούμενου άρθρου, καθώς και οι παραλείψεις κατά τους όρους του άρθρου 19 παρ. 2 του ΠΔ 341/1978 (ΦΕΚ Α? 71) των οργάνων του Δημοσίου … υπόκεινται σε προσφυγή, και αν αυτό δεν προβλέπεται από την σχετική νομοθεσία».

3. Επειδή, εξ άλλου, ο ν. 4387/2016 (ΦΕΚ Α? 85) ορίζει στο άρθρο 102 («Εισφορά υπέρ συλλογικών οργάνων συνταξιούχων») τα ακόλουθα: «1. Θεσπίζεται μηνιαία εισφορά 0,20 ευρώ, η οποία παρακρατείται από τις καταβαλλόμενες κύριες συντάξεις και αποδίδεται στο Λογαριασμό Κοινωνικής Πολιτικής του άρθρου 34 του Ν. 4144/2013, με σκοπό την οικονομική ενίσχυση Ομοσπονδιών, Σωματείων και Συνομοσπονδιών Συνταξιούχων. 2. Όσοι δεν επιθυμούν την παρακράτηση, θα πρέπει να υποβάλουν έγγραφη δήλωση στην αρμόδια υπηρεσία του ασφαλιστικού τους φορέα. 3. Με απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης καθορίζεται κάθε αναγκαίο θέμα για την εφαρμογή της προηγούμενης παραγράφου» (με την παράγραφο 4 του ιδίου άρθρου καθορίζεται ο χρόνος έναρξης της παρακράτησης).

4. Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 102 του ν. 4387/2016, για την απόδοση της θεσπιζομένης με την διάταξη αυτή εισφοράς απαιτείται ο προηγούμενος καθορισμός, μεταξύ άλλων, των κριτηρίων και της διαδικασίας επιλογής των δικαιούχων οργανώσεων των συνταξιούχων με την υπουργική απόφαση της παραγράφου 3 του εν λόγω άρθρου (η οποία εκ προφανούς παραδρομής παραπέμπει στην «προηγούμενη παράγραφο» 2 αντί της παραγράφου 1, όπως επιβάλλεται κατά λογική ερμηνεία των κρίσιμων εν προκειμένω διατάξεων του νόμου), μόνον δε μετά τον καθορισμό της διαδικασίας και των κριτηρίων επιλογής με την πράξη κανονιστικού χαρακτήρα της παραγράφου 3, κατά τα προεκτεθέντα, είναι δυνατή η έκδοση των ατομικής φύσεως πράξεων με τις οποίες προσδιορίζονται οι δικαιούχοι και το ποσό που αναλογεί σε έναν έκαστον εξ αυτών.

5. Επειδή, κατ’ επίκληση του προμνησθέντος άρθρου 102 του ν. 4387/2016 εκδόθηκε η προσβαλλόμενη κοινή απόφαση 41777/1303/ 21.8.2018 (ΦΕΚ Β? 3969), η οποία ορίζει τα εξής: «Για την οικονομική ενίσχυση των κάτωθι αναφερομένων συνταξιουχικών οργανώσεων αποδίδεται ποσό από την προβλεπόμενη από το άρθρο 102 του ν. 4387/2016 (ΦΕΚ 85/Α?) μηνιαία εισφορά 0.20 €, η οποία παρακρατήθηκε από συνταξιούχους το έτος 2017 από τις καταβαλλόμενες κύριες συντάξεις, ανάλογο του αριθμού συνταξιούχων του κλάδου ή του εργασιακού χώρου που εκπροσωπούν, ως ακολούθως: [ακολουθεί πίνακας, ο οποίος περιλαμβάνει οκτώ οργανώσεις και το ποσό που αποδίδεται σε κάθε μία από αυτές, συνολικού ύψους 2.082.800 ευρώ]. Ο ΟΑΕΔ προβαίνει στην άμεση απόδοση των ποσών στις αναφερόμενες οργανώσεις από το Λογαριασμό Κοινωνικής Πολιτικής του άρθρου 34 του Ν. 4144/2013, μετά την υποβολή σχετικής αίτησης, σύμφωνα με τα παραπάνω οριζόμενα».

6. Επειδή, με το κρινόμενο ένδικο βοήθημα η αιτούσα Συνομοσπονδία, τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση σύμφωνα με το προσκομιζόμενο καταστατικό της, η οποία δεν περιλαμβάνεται στον κατάλογο των οκτώ οργανώσεων της ως άνω 41777/1303/21.8.2018 κοινής υπουργικής απόφασης, ζητεί την ακύρωση της πράξης αυτής καθώς επίσης και της, εκδηλωθείσης κατά τους ισχυρισμούς της με την εν λόγω προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση, τεκμαιρόμενης απόρριψης του από 18.4.2018 αιτήματός της («εξώδικη διαμαρτυρία») να συμπεριληφθεί στον «κατάλογο των δικαιούχων συλλογικών οργανώσεων συνταξιούχων της μηνιαίας ειδικής εισφοράς που θεσπίστηκε εκ του ά. 102 ν. 4387/2016 και αποδίδεται στα πλαίσια του Λογαριασμού Κοινωνικής Πολιτικής του άρθρου 34 του ν. 4144/2013».

7. Επειδή, με την ανωτέρω ένδικη κοινή υπουργική απόφαση προσδιορίζονται ατομικώς οι οκτώ οργανώσεις συνταξιούχων, στις οποίες αποδίδεται μέρος της παρακρατηθείσης από τις κύριες συντάξεις το έτος 2017 εισφοράς του άρθρου 102 του ν. 4387/2016, καθώς επίσης και το ποσό που αντιστοιχεί σε εκάστη δικαιούχο οργάνωση. Αποτελεί, συνεπώς, η προσβαλλόμενη απόφαση σώρευση ισαρίθμων – οκτώ – ατομικών διοικητικών πράξεων και όχι κανονιστικής φύσεως ρύθμιση, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η αιτούσα. Ειδικότερα, δεν της προσδίδουν κανονιστικό χαρακτήρα ούτε η μνεία στο προοίμιό της (σημείο 5) των «σχετικών αιτημάτων» των ως άνω συνταξιουχικών οργανώσεων ούτε τα αναφερόμενα (βλ. σκέψη 5 της παρούσης αποφάσεως) ότι το αποδιδόμενο στις οργανώσεις αυτές ποσό είναι «ανάλογο του αριθμού συνταξιούχων του κλάδου ή του εργασιακού χώρου που εκπροσωπούν». Και τούτο διότι δεν θεσπίζονται με τον τρόπο αυτόν κριτήρια επιλογής και κατανομής του αποδιδόμενου ποσού εισφοράς μεταξύ των δικαιούχων οργανώσεων αλλά εφαρμόζονται, κατά το στάδιο της εξατομίκευσης του κανόνα δικαίου, κριτήρια επιλογής των δικαιούχων και κατανομής της αποδιδόμενης εισφοράς, τα οποία, κατά την αντίληψη της Διοίκησης, προκύπτουν ευθέως από τον νόμο χωρίς να απαιτείται η προηγούμενη έκδοση της κανονιστικής υπουργικής απόφασης της παραγράφου 3 του άρθρου 102 του ν. 4387/2016. Περαιτέρω, τόσο η ένδικη απόφαση, με την οποία διατάσσεται η καταβολή χρηματικού ποσού «για την οικονομική ενίσχυση» οργανώσεων συνταξιούχων, όσο και η συμπροσβαλλόμενη τεκμαιρομένη απόρριψη του αιτήματος να περιληφθεί η ήδη αιτούσα στον κατάλογο των δικαιούχων οργανώσεων, εμπίπτουν στην κατηγορία των πράξεων, «οι οποίες αφορούν την καταβολή κοινοτικών ή εθνικών ενισχύσεων, επιδοτήσεων και λοιπών συναφών χρηματικών παροχών», κατά το άρθρο 1 παρ. 4 περ. στ? του ν. 1406/1983, και, ως εκ τούτου, από την ένδικη αμφισβήτησή τους προκαλείται, κατά τα εκτεθέντα στην σκέψη 2, διοικητική διαφορά ουσίας. Κατά συνέπεια, το κρινόμενο ένδικο βοήθημα πρέπει να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 1968/1991 (ΦΕΚ Α? 150), στο κατά τόπον αρμόδιο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών (άρθρο 7 παρ. 1 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2717/1997, ΦΕΚ Α? 97), για να εκδικασθεί ως προσφυγή ουσίας.

ΣΕ 1401/2019

8. Επειδή, όπως έχει κριθεί, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 24 του Συντάγματος, ο πολεοδομικός σχεδιασμός, δηλαδή η πολεοδομική οργάνωση των πόλεων και των οικισμών της χώρας οποιουδήποτε μεγέθους κατά τρόπο που να εξυπηρετεί τη λειτουργικότητα και την ανάπτυξή τους και να επιτυγχάνει την εξασφάλιση των καλύτερων δυνατών όρων διαβιώσεως σ’ αυτούς, έχει ευρύτερες συνέπειες, που δεν περιορίζονται στα όρια του συγκεκριμένου οικισμού, αλλά εκτείνονται σε ολόκληρη την επικράτεια, ενόψει της αλληλεπιδράσεως του τρόπου οργανώσεως κάθε οικισμού με τους υπολοίπους και των επεμβάσεων στο φυσικό και το πολιτιστικό περιβάλλον, τις οποίες αφεύκτως συνεπάγεται η πολεοδομική οργάνωση μιας περιοχής. Τούτο διότι η μορφή κάθε οικισμού της χώρας, ο τρόπος δομήσεως των κτιρίων του, η σχέση μεταξύ των κοινοχρήστων και των οικοδομησίμων χώρων και τα λοιπά ουσιώδη πολεοδομικά του χαρακτηριστικά είναι πρόδηλο ότι δεν αφορούν μόνον τους κατοίκους του και τις τοπικές αρχές, και μάλιστα σε ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο, που ενδέχεται, εν τούτοις, να καθορίσει κατά τρόπο μη αντιστρεπτό όλη την περαιτέρω εξέλιξή του, αλλά αποτελεί ζήτημα γενικού ενδιαφέροντος, στο οποίο πρέπει να έχουν λόγο, κατά συνταγματική επιταγή, και κεντρικά κρατικά όργανα. Όπως δε είναι αδιανόητο να εισάγονται πολεοδομικές ρυθμίσεις ερήμην των ενδιαφερομένων κατοίκων και αρχών, είναι εξ ίσου αδιανόητο να ρυθμίζονται τα σχετικά ζητήματα αποκλειστικώς σε τοπικό επίπεδο, χωρίς την σύμπραξη κεντρικών κρατικών οργάνων. Η αντίθετη άποψη, κατά την οποία τα ανωτέρω δεδομένα αποτελούν ζητήματα προεχόντως τοπικού ενδιαφέροντος, δυνάμενα, επομένως, να ρυθμίζονται αποκλειστικώς από όργανα αποκεντρωμένων και αυτοδιοικουμένων αρχών, εμφανίζει τη χώρα, από απόψεως οικιστικής πολιτικής, ως αποτελούσα ένα απλό μηχανικό άθροισμα αυτόνομων οικισμών, οι οποίοι μπορεί να δομούνται κατά το δοκούν, χωρίς να υπάρχουν οι προς τούτο αρχές και κανόνες, καταλείπει δε η ερμηνεία αυτή χωρίς ρυθμιστικό περιεχόμενο τον, ρητό εν τούτοις, θεμελιώδη ορισμό του άρθρου 24 παρ. 2 του Συντάγματος, κατά τον οποίο η διαμόρφωση, η ανάπτυξη και η πολεοδόμηση των οικισμών υπάγονται στην ρυθμιστική αρμοδιότητα και τον έλεγχο του Κράτους. Επομένως, η θέσπιση πάσης φύσεως πολεοδομικών ρυθμίσεων κανονιστικού χαρακτήρα δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ειδικότερο θέμα, κατά την έννοια του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος, αλλά ούτε και θέμα τοπικού ενδιαφέροντος ή τεχνικού ή λεπτομερειακού χαρακτήρα. Συνεπώς, οι ρυθμίσεις αυτές μπορεί να γίνονται μόνον με την έκδοση προεδρικού διατάγματος (βλ. ΣτΕ 3661/2005 Ολομ.).

9. Επειδή, στο άρθρο 7 παρ. 5 και 6 του ν. 2971/2001 «Αιγιαλός, παραλία και άλλες διατάξεις» (Α΄ 285) ορίζονται τα εξής: «5. ΄Οπου υφίσταται σχέδιο πόλεως, η οριογραμμή της παραλίας δεν μπορεί να υπερβεί την εγκεκριμένη γραμμή δόμησης. Σε παραδοσιακούς οικισμούς η οριογραμμή της παραλίας δεν μπορεί να υπερβεί τη γραμμή δόμησης, όπως αυτή νομίμως έχει διαμορφωθεί. Σε πόλεις και οικισμούς που δημιουργήθηκαν πριν από το έτος 1923 ή έχουν πληθυσμό κάτω από 2.000 κατοίκους και στους οποίους δεν υπάρχει εγκεκριμένο ρυμοτομικό σχέδιο, η οριογραμμή της παραλίας δεν μπορεί να υπερβεί τη διαμορφωμένη γραμμή δόμησης, όπως αυτή νομίμως έχει διαμορφωθεί. Στα δύο προηγούμενα εδάφια η γραμμή δόμησης προσδιορίζεται από τη Διεύθυνση Περιβάλλοντος - Χωροταξίας (ΔΙ.ΠΕ.ΧΩ.) της Γενικής Γραμματείας Περιφέρειας. Κατά την έγκριση ή επέκταση σχεδίων πόλεως η γραμμή δόμησης σε κάθε περίπτωση δεν μπορεί να υπερβαίνει την οριογραμμή της παραλίας, με την επιφύλαξη των περιπτώσεων που αφορούν παραδοσιακούς οικισμούς ή διατηρητέα κτίσματα και κατασκευές. Σε περιοχές εκτός σχεδίου εξαιρούνται από τη ζώνη παραλίας τα χαρακτηρισμένα ως διατηρητέα κτίσματα ή κατασκευές. 6. ΄Οπου έχει καθορισθεί ζώνη παραλίας με το καθεστώς του Α.Ν. 2344/1940 (ΦΕΚ 154 Α΄) αντίθετα από τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο, μπορούν να επανακαθορισθούν τα όριά της κατά την παράγραφο αυτή, με την προϋπόθεση ότι η απαλλοτρίωση για την παραλία δεν έχει συντελεσθεί. Οι διαδικασίες και οι λοιπές λεπτομέρειες για την εφαρμογή του άρθρου αυτού καθορίζονται με απόφαση των Υπουργών Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων ΄Εργων και Οικονομικών».

10. Επειδή, ο προβλεπόμενος στο εδάφιο δ΄ της παρ. 5 του άρθρου 7 του ν. 2971/2001 καθορισμός γραμμής δόμησης που έχει νομίμως διαμορφωθεί σε παραλιακούς παραδοσιακούς οικισμούς και παραλιακούς οικισμούς, οι οποίοι έχουν δημιουργηθεί πριν από το έτος 1923 ή έχουν πληθυσμό κάτω από 2.000 κατοίκους, αποτελεί πολεοδομική ρύθμιση, η οποία, ως θεσπίζουσα όρο δομήσεως, έχει κανονιστικό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, πρέπει, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην σκέψη 8, να εγκρίνεται με προεδρικό διάταγμα, ακόμη και αν είναι εντοπισμένη, δεδομένου, προσθέτως, ότι αφορά εξ ορισμού παραλιακούς οικισμούς. Συνεπώς, η ανάθεση της αρμοδιότητας καθορισμού της ανωτέρω γραμμής στη Διεύθυνση Περιβάλλοντος – Χωροταξίας της οικείας Γενικής Γραμματείας Περιφέρειας, δηλαδή σε όργανο άλλο από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, αντίκειται στα άρθρα 43 παρ. 2 και 24 παρ. 2 του Συντάγματος και η προβλέπουσα αυτήν διάταξη του εδ. δ΄ της παρ. 5 του άρθρου 7 του ν. 2971/2001, ως αντισυνταγματική, δεν μπορεί να εφαρμοσθεί (πρβλ. ΣτΕ 454/2008, 1757/1998). Κατά την έννοια δε της διατάξεως της παρ. 5 του άρθρου 100 του Συντάγματος, δεν συντρέχει ανάγκη παραπομπής στην Ολομέλεια του ζητήματος της συνταγματικότητας της ανωτέρω διατάξεως, καθό μέρος με αυτήν ανατίθεται η αρμοδιότητα καθορισμού γραμμής δόμησης σε όργανο άλλο πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας, διότι πρόκειται για το ίδιο κατ’ ουσίαν νομικό ζήτημα με το ήδη επιλυθέν με την απόφαση 3661/2005 της Ολομέλειας του Δικαστηρίου (πρβλ. ΣτΕ 3036-7, 3337/2015, κ.ά.). Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, οι προσβαλλόμενες πράξεις, οι οποίες έχουν εκδοθεί κατ’ εφαρμογή της εν λόγω διατάξεως, πρέπει να ακυρωθούν, κατά τα βασίμως προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση, χωρίς να ασκεί επιρροή το γεγονός, και αληθές υποτιθέμενο, ότι η οικοδομή του παρεμβαίνοντος έχει ήδη αποπερατωθεί. Ο ισχυρισμός δε του παρεμβαίνοντος ότι η καθορισθείσα με τις προσβαλλόμενες πράξεις γραμμή δομήσεως έχει διαμορφωθεί από δεκαετίες και ότι με βάση αυτήν έχουν ανεγερθεί οικοδομές τα τελευταία χρόνια σε όλο το μήκος της παραλιακής ζώνης του οικισμού δεν ασκεί επιρροή, διότι δεν είναι ζήτημα που μπορεί να εξετασθεί στο πλαίσιο της παρούσης δίκης, επ’ ευκαιρία δηλαδή αιτήσεως ακυρώσεως κατά πράξεως με την οποία καθορίσθηκε η γραμμή δομήσεως από όργανο που δεν είχε τη σχετική αρμοδιότητα. Κατόπιν τούτου, είναι αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών προβαλλομένων λόγων ακυρώσεως, πρέπει δε να απορριφθεί η ασκηθείσα παρέμβαση.

ΣΕ 1712/2019

26. Επειδή, η διάκριση των πιστωτικών ιδρυμάτων σε βιώσιμα και μη βιώσιμα (με συνέπεια την υπό προϋποθέσεις οικονομική ενίσχυση από το ΤΧΣ μόνον εκείνων των ιδρυμάτων που χαρακτηρίζονται ως βιώσιμα) ευρίσκει ήδη έρεισμα στο Μνημόνιο (ν. 4046/2012) και ιδίως στις προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 6 παρ. 1, 2 και 8 του ν. 3864/2010 (ανωτέρω σκέψη 15). Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται αντικειμενικό κριτήριο διάκρισης των πιστωτικών ιδρυμάτων σε δύο κατηγορίες (βιώσιμα και μη βιώσιμα), η διαφορετική μεταχείριση των οποίων δικαιολογείται από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος καθ’ όσον το Σύνταγμα επιτρέπει στον νομοθέτη να προβλέψει, για λόγους διασφάλισης της σταθερότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος εν γένει, την κατ’ εξαίρεση χρηματοδότηση από το Κράτος των πιστωτικών ιδρυμάτων που αξιολογούνται αρμοδίως ως βιώσιμα (και να αποκλείσει, αντιστοίχως, από την κρατική χρηματοδότηση τα πιστωτικά ιδρύματα που κρίνονται μη βιώσιμα). Ως εκ τούτου, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα τα προβαλλόμενα με την κρινόμενη αίτηση ότι η διάκριση των τραπεζών σε βιώσιμες και μη βιώσιμες (ή «συστημικές» και «μη συστημικές») και η διαφορετική μεταχείρισή τους, όσον αφορά την κεφαλαιακή ενίσχυσή τους από το ΤΧΣ, δεν προβλέπονται στον νόμο και, πάντως, αντίκεινται στην αρχή της ισότητας. Ο δε χαρακτηρισμός τράπεζας ως μη βιώσιμης, κατά την έννοια του άρθρου 6 του ν. 3864/2010, επάγεται την υποχρέωσή της να αναζητήσει πηγές χρηματοδότησης στην αγορά και δεν συνιστά δήμευση της περιουσίας των μετόχων της, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνουν οι αιτούντες. Κατά συνέπεια, ερείδονται επί εσφαλμένης προϋποθέσεως και είναι, ως εκ τούτου, απορριπτέοι οι λόγοι ακυρώσεως, με τους οποίους προβάλλεται ότι η συντελεσθείσα, με τον χαρακτηρισμό της Τράπεζας PROBANK ως μη βιώσιμης, «δήμευση» της περιουσίας των αιτούντων - μετόχων της τράπεζας αυτής εχώρησε κατά παράβαση του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και των αρχών του Κράτους Δικαίου και της προστασίας της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης του πολίτη. Περαιτέρω, με τις αναφερθείσες ειδικές διατάξεις του ν. 3864/2010 η αξιολόγηση των τραπεζών, από την άποψη που ενδιαφέρει εν προκειμένω, ανετέθη στην Τράπεζα της Ελλάδος, η οποία είναι άλλωστε και η αρμόδια κατά τις γενικές διατάξεις του Καταστατικού της και του ν. 3601/2007 αρχή για την άσκηση εποπτείας επί των πιστωτικών ιδρυμάτων (σκέψεις 9 και 10). Αβασίμως, συνεπώς, προβάλλεται ότι με την 36/11/19.4.2012 πράξη αξιολόγησης της βιωσιμότητας της Τράπεζας PROBANK η Τράπεζα της Ελλάδος «υπερέβη πρόδηλα την εποπτική της αρμοδιότητα». Τα συναφώς δε προβαλλόμενα ότι «η λήψη αποφάσεων, που έχουν ως έννομη συνέπεια την κατεύθυνση και την διάθεση του δημοσίου χρήματος, δεν ανήκει στην αρμοδιότητα της [Τράπεζας της Ελλάδος] αλλά στην αρμοδιότητα της νομοθετικής εξουσίας», εάν έχουν την έννοια ότι η εποπτική αρχή άσκησε εν προκειμένω κανονιστικής φύσεως έργο που το Σύνταγμα αναθέτει στον νομοθέτη, πρέπει να απορριφθούν, εφ’ όσον πάντως η Τράπεζα της Ελλάδος εξέδωσε την επίμαχη 36/11/19.4.2012 ατομική (και όχι κανονιστική) πράξη κατ’ ενάσκηση αρμοδιότητας ρητώς προβλεπομένης από τον νόμο

ΔΠρΚορινθ 116/2019

8. Επειδή, από τις διατάξεις των παραγράφων 1 και 2 του άρθρου 24 του Συντάγματος συνάγεται ότι η πολεοδομική διαμόρφωση των οικιστικών περιοχών της Χώρας αποτελεί υποχρέωση της Πολιτείας, η ρυθμιστική δε αυτή αρμοδιότητα του Κράτους εκδηλώνεται με τη θέσπιση κανόνων που αποβλέπουν στην προστασία του περιβάλλοντος, στην ορθολογική διάταξη των ανθρώπινων δραστηριοτήτων στο χώρο και στη διασφάλιση της λειτουργικότητας και της αισθητικής των οικισμών, ενόψει και των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών τους, κατά τρόπο ώστε να δημιουργούνται οι καλύτεροι δυνατοί όροι διαβίωσης Ειδικότερα, ο καθορισμός των περιοχών που προορίζονται για οργανωμένη κοινωνική διαβίωση ή παραγωγική δραστηριότητα, καθώς και του τρόπου οικιστικής διαρρύθμισης και δόμησης στις περιοχές αυτές, ανήκει αποκλειστικά στην κατά τα προαναφερόμενα ρυθμιστική αρμοδιότητα της Πολιτείας, η οποία, σύμφωνα με τις ανωτέρω συνταγματικές διατάξεις, δεν επιτρέπεται να ασκείται κατά τρόπο περιστασιακό, αλλά στο πλαίσιο ευρύτερου σχεδιασμού και με κριτήρια αντικειμενικά, συνδεόμενα προς τις πολεοδομικές ανάγκες κάθε περιοχής (ΣτΕ 3377/2015, 3312/2015, 3114/2014 κ.ά). Περαιτέρω, όπως έχει κριθεί, η έγκριση ή τροποποίηση των πολεοδομικών σχεδίων οποιοσδήποτε κλίμακας και η θέσπιση, με ρυθμίσεις κανονιστικού χαρακτήρα, πάσης φύσεως όρων δόμησης και χρήσεων, δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ειδικότερο θέμα, κατά την έννοια του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος, άλλα ούτε και θέμα τοπικού ενδιαφέροντος ή τεχνικού ή λεπτομερειακού χαρακτήρα. Συνεπώς, οι ρυθμίσεις αυτές θεσπίζονται μόνο με την έκδοση προεδρικού διατάγματος. Ο κανόνας, εξάλλου, αυτός αφορά τόσο τις αμιγώς κανονιστικές πράξεις και τις πράξεις μικτού χαρακτήρα, όσο και τις ατομικές πράξεις, διότι, κατά το Σύνταγμα, ο πολεοδομικός σχεδιασμός συνδέει αρρήκτως αυτές τις κατηγορίες πράξεων. Οι αρμοδιότητες, όμως, εφαρμογής των πολεοδομικών σχεδίων και οι συναφείς εκτελεστικές αρμοδιότητες επιτρεπτώς ανατίθενται σε άλλα, πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα, προς την αρμοδιότητα δε εφαρμογής των πολεοδομικών σχεδίων εξομοιώνεται, από την άποψη αυτή, και η όλως εντοπισμένη τροποποίησή τους, που μπορεί ομοίως να επιχειρείται με πράξη διάφορη του διατάγματος, δεδομένου ότι η τροποποίηση αυτή δεν εμπεριέχει γενικό πολεοδομικό σχεδίασμα, αλλά διενεργείται εντός του πλαισίου ευρύτερου σχεδιασμού, που έχει ήδη χωρήσει από τα προς τούτο αρμόδια, κατά το Σύνταγμα και τον νόμο, όργανα (ΣτΕ 3661/2005 Ολομ., 3663/2005 Ολομ.). Εξάλλου, για την εφαρμογή του παραπάνω κανόνα, η τροποποίηση σχεδίου πόλεως ή η αναθεώρηση πολεοδομικής μελέτης είναι, κατ` αρχήν, όλως εντοπισμένη όταν με αυτήν επέρχεται μικρής έκτασης μεταβολή και θίγεται ένα οικόπεδο ή μικρός αριθμός γειτονικών οικοπέδων, έστω και εάν αυτά ευρίσκονται σε διαφορετικά οικοδομικά τετράγωνα. Πλην, και στην περίπτωση αυτή η τροποποίηση δεν θεωρείται όλως εντοπισμένη για την άσκηση της αρμοδιότητας του οικείου οργάνου, όταν, ενόψει του χαρακτήρα της, συνιστά σημαντική πολεοδομική παρέμβαση για το συγκεκριμένο οικιστικό σύνολο (ΣτΕ 3377/2015, 3312/2015, κ.ά.).

(Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ , ΑΡΜ 2018/126)
Πολεοδομία. Η υπουργική απόφαση, με την οποία κατατάσσεται το εθνικό οδικό δίκτυο σε πρωτεύον, δευτερεύον και τριτεύον, είναι κανονιστικού χαρακτήρα. Η κατάταξη δεν συνιστά άσκηση αρμοδιότητας πολεοδομικού σχεδιασμού. Η παροχή εξουσιοδότησης στον Υπουργό Περιβάλλοντος για την έκδοση της απόφασης δεν αντίκειται στο άρθρο 43 παρ. 2 εδ. β΄ του Συντάγματος. Η υα, που αποτέλεσε το έρεισμα της οικοδομικής άδειας, δεν εκδόθηκε κατά παράβαση των άρθρων 24 και 43 παρ. 2 του Συντάγματος. Από την άδεια οικοδομής δεν προκύπτει με σαφήνεια το ύψος του κτιρίου που εγκρίθηκε και εάν αυτό είναι σύμφωνο με τις εφαρμοστέες διατάξεις. Η έφεση ασκήθηκε παραδεκτά κατά το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010. Δεκτές η έφεση και η αίτηση ακύρωσης. (Παρατηρήσεις Ι.Μαθιουδάκη , ΑΡΜ 2018, 131).

Αριθμός 684/2018

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Ε΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του την 1η Νοεμβρίου 2017, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Ε΄ Τμήματος, Μ. Σωτηροπούλου, Αγγ. Μίντζια, Σύμβουλοι, Χρ. Παπανικολάου, Ζ. Θεοδωρικάκου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Βλασερού.

Για να δικάσει την από 24 Φεβρουαρίου 2012 έφεση:

της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «............. ..........» με τον διακριτικό τίτλο «.........», που εδρεύει στην ..... (......), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Γεώργιο Νικόπουλο (Α.Μ. 36338), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

κατά της Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία «...........», που εδρεύει στην ..... (........), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Ιάκωβο Μαθιουδάκη (Α.Μ. 4985 Θεσ/νίκης), που τον διόρισε με πληρεξούσιο,

και κατά της υπ’ αριθμ. 337/2011 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Παρέδρου Ζ. Θεοδωρικάκου.

Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον πληρεξούσιο της εκκαλούσας εταιρείας, ο οποίος ανέπτυξε και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους εφέσεως και ζήτησε να γίνει δεκτή η έφεση και τον πληρεξούσιο της εφεσίβλτης εταιρείας, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου

κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης έφεσης καταβλήθηκε το νόμιμο παράβολο (...., ..... ειδικά γραμμάτια παραβόλου, σειράς Α΄).

2. Επειδή, με την έφεση αυτή ζητείται η εξαφάνιση της 337/2011 αποφάσεως του Διοικητικού Εφετείου Θεσσαλονίκης. Με την απόφαση αυτή έγινε δεκτή αίτηση ακυρώσεως της εφεσίβλητης εταιρείας κατά της .../2009 άδειας οικοδομής του Τμήματος ελέγχου και εκδόσεως αδειών της Διευθύνσεως Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Ν.Α. .........., με την οποία επετράπη στην εκκαλούσα εταιρεία η ανέγερση ισογείου κτίσματος με υπόγειο (αναψυκτήριο) στην περιοχή .........
(.............) επί γηπέδου που βρίσκεται μεταξύ της εθνικής οδού και της λίμνης ... .

3. Επειδή, η κρινόμενη έφεση ασκείται εμπροθέσμως εντός έτους από την επομένη της δημοσίευσης της προσβαλλόμενης αποφάσεως (ημερομηνία άσκησης 24.2.2012 και ημερομηνία δημοσίευσης στις 24.2.2011) (βλ. ΣτΕ 1951/2017), απορριπτομένου ως αβασίμου του περί του αντιθέτου προβαλλόμενου ισχυρισμού της εφεσίβλητης εταιρείας, και εν γένει παραδεκτώς.

4. Επειδή, από την εκκαλουμένη απόφαση και τα στοιχεία του φακέλου προκύπτουν τα εξής: Με την ../15.7.2009 άδεια οικοδομής του Τμήματος ελέγχου και εκδόσεως αδειών της Διευθύνσεως Πολεοδομίας και Περιβάλλοντος της Ν.Α. .....επετράπη στην εκκαλούσα εταιρεία η ανέγερση ισογείου κτίσματος με υπόγειο (αναψυκτήριο), συνολικής επιφάνειας 300 τ.μ. (150,00 τ.μ. το ισόγειο και 150, 00 τ.μ. το υπόγειο), που τοποθετείται σε απόσταση 50,00 μ. από την όχθη της λίμνης της ... , σύμφωνα τη διάταξη του άρθρου 3 παρ. Β΄ περ. 6 του από 15.1/21-2-1986 π.δ. περί καθορισμού Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου (Ζ.Ο.Ε) στην εκτός εγκεκριμένου σχεδίου και εκτός ορίων οικισμών περιοχή των δήμων ............. , καθώς και των κοινοτήτων ............ κλπ. Σε σχέση με τον άξονα της εθνικής οδού ..........– ........ το κτίσμα τοποθετείται σε απόσταση 30,00 μ. από αυτόν, ήτοι την ελάχιστη προβλεπόμενη για τα κτίρια που ανεγείρονται πλησίον οδών του τριτεύοντος εθνικού οδικού δικτύου (κατ’ άρθρο 2 παρ. 1 περιπτ. δ΄ του π.δ. 209/1998 «Λήψη μέτρων για την ασφάλεια της υπεραστικής συγκοινωνίας», Α΄ 169). Είχε προηγηθεί η έκδοση, βάσει του άρθρου 1 του π.δ. 209/1998, της ΔΜΕΟ/0/7705/ε/1153/29-10-2008 απόφασης του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ (ΑΑΠ 495), με την οποία έγινε ανακατάταξη του οδικού Τμήματος ........ ... της Εθνικής Οδού (15) του δευτερεύοντος δικτύου «... – ............... (μέσω νέας χάραξης) – ....», όπου βρίσκεται το επίδικο τμήμα της εθνικής οδού, από το δευτερεύον στο τριτεύον εθνικό δίκτυο. Βάσει της εν λόγω απόφασης κατέστη δυνατή η τοποθέτηση του κτιρίου σε απόσταση 30,00 μ. από τον άξονα της οδού, καθόσον υπό το προγενέστερο καθεστώς (όταν δηλαδή η οδός ανήκε στο δευτερεύον εθνικό οδικό δίκτυο) δεν επιτρεπόταν η δόμηση σε απόσταση μικρότερη των 45 μέτρων από τον εν λόγω άξονα. Ακολούθως, η εν λόγω υπουργική απόφαση ανακλήθηκε με νεότερη απόφαση του ιδίου Υπουργού (υπ’αριθμ. ΔΜΕΟ/3933/ε/541/7-8-2009, Β΄ 1816), με την αιτιολογία ότι εκκρεμεί η έκδοση π.δ. με νέες αποστάσεις οικοδομικών γραμμών στα πλαίσια της προστασίας του φυσικού περιβάλλοντος της περιοχής της λίμνης της Καστοριάς, η οποία περιλαμβάνεται στον εθνικό κατάλογο των περιοχών που προτείνονται για ένταξη στο Δίκτυο «..» (σχετ. το υπ’ αριθμ. οικ .../24-2-2005 έγγραφο του Δ/νσης Περιβαλλοντικού Σχεδιασμού του ΥΠΕΧΩΔΕ). Αίτηση ακυρώσεως της εφεσίβλητης, φερόμενης ως ιδιοκτήτριας ξενοδοχειακών μονάδων κείμενων έναντι του επίδικου γηπέδου, επίσης επί της εθνικής οδού, έγινε δεκτή με την εκκαλουμένη απόφαση και απορρίφθηκε η παρέμβαση της εκκαλούσας. Συγκεκριμένα, το εφετείο, αφού εξέτασε παρεμπιπτόντως το κύρος της από 29.10.2008 αποφάσεως του Υπουργού ΠΕΧΩΔΕ περί ανακατατάξεως του οδικού δικτύου, η οποία αποτέλεσε το έρεισμα της προσβληθείσας άδειας οικοδομής, έκρινε ότι αυτή εκδόθηκε από αναρμόδιο όργανο, καθ’ ο μέρος επάγεται τροποποίηση ισχύοντος περιορισμού δομήσεως, διότι η διάταξη του άρθρου 1 του π.δ. 209/1998, με την οποία παρέχεται στον Υπουργό η εξουσιοδότηση της συγκεκριμένης κανονιστικού χαρακτήρα ρυθμίσεως πολεοδομικής φύσεως, αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος και θα μπορούσε να γίνει μόνο με προεδρικό διάταγμα, ακολούθως έκρινε παράνομη και ακυρωτέα την επίδικη οικοδομική. Ήδη με την κρινόμενη έφεση ζητείται η εξαφάνιση της τελευταίας αυτής απόφασης.

5. Επειδή, το β΄ εδάφιο του άρθρου 58 παρ. 1 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), όπως είχε προστεθεί από το άρθρο 12 παρ. 2 ν. 3900/2010 (Α΄ 213) και ίσχυε κατά τον χρόνο ασκήσεως του ενδίκου μέσου (24.2.2012), όριζε τα εξής: «Η έφεση επιτρέπεται, μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο, με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο σχετικό δικόγραφο, ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου». Στην συνέχεια το ως άνω εδάφιο αντικαταστάθηκε από το άρθρο 15 παρ. 3 ν. 4446/2016 (Α΄ 240) με ισχύ από τις 22 Δεκεμβρίου 2016 (άρθρο 32 του νόμου) και κατέλαβε την συζήτηση της υποθέσεως στο ακροατήριο (1.11.2017), ορίζοντας τα εξής: «Η έφεση επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο, με συγκεκριμένους ισχυρισμούς, που περιέχονται στο σχετικό δικόγραφο, ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Το απαράδεκτο του προηγουμένου εδαφίου καλύπτεται, εάν μέχρι την πρώτη συζήτηση της υπόθεσης περιέλθει εγγράφως σε γνώση του δικαστηρίου με πρωτοβουλία του διαδίκου, ακόμα και αν δεν γίνεται επίκλησή της στο εισαγωγικό δικόγραφο, απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου, που είναι αντίθετη προς την προσβαλλομένη απόφαση». Σύμφωνα με τη διάταξη αυτή, ο εκκαλών βαρύνεται δικονομικώς με την υποχρέωση, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της έφεσής του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς, οι οποίοι περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο για καθέναν από τους προβαλλόμενους λόγους είτε ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, δηλαδή επί ζητήματος ερμηνείας διάταξης νόμου ή γενικής αρχής του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου, η οποία είναι κρίσιμη για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου αγόμενης διαφοράς, είτε ότι οι παραδοχές της εκκαλούμενης απόφασης επί συγκεκριμένου νομικού ζητήματος, η επίλυση του οποίου ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της οικείας υπόθεσης, έρχονται σε αντίθεση προς παγιωμένη ή πάντως μη ανατραπείσα νομολογία, επί του αυτού νομικού ζητήματος και υπό τους αυτούς όρους αναγκαιότητας για τη διάγνωση των σχετικών υποθέσεων, ενός τουλάχιστον εκ των τριών ανωτάτων δικαστηρίων (ΣτΕ, ΑΠ, ΕλΣ) ή του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου ή προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Στην τελευταία περίπτωση, οι αποφάσεις, προς τις οποίες προβάλλεται αντίθεση της εκκαλουμένης, πρέπει να μνημονεύονται ειδικώς και το κριθέν με αυτές νομικό ζήτημα θα πρέπει να ήταν ουσιώδες για την επίλυση των ενώπιον των δικαστηρίων εκείνων διαφορών. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί αυτοί προβάλλονται παραδεκτώς μόνο με το εισαγωγικό της έφεσης δικόγραφο και όχι με δικόγραφο προσθέτων λόγων ή υπόμνημα (ΣτΕ 800/2015 Ολομ., 3995/2015, 91/2016). Εξ άλλου, η ανωτέρω ρύθμιση, εν όψει του περιεχομένου της και του σκοπού, στον οποίο αποβλέπει, δεν αντίκειται στο άρθρο 20 παρ. 1 ή σε οποιαδήποτε άλλη διάταξη του Συντάγματος ούτε στο άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 (Α΄ 256), (ΟλομΣτΕ 800/2015, ΣτΕ 1547/2012 7μ., 3995/2015, 91/2016, 850/2016, 2014/2016, 2566/2017 κ.ά., ΕΔΔΑ 2.6.2016, 18880/15, ......... κατά ....).

6. Επειδή, με την κρινόμενη έφεση προβάλλεται ότι αυτή ασκείται παραδεκτώς, κατ’επίκληση του άρθρου 58 του π.δ. 18/1989, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 3900/2010, για το λόγο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας με την οποία να έχει κριθεί ότι η διάταξη του άρθρου 1 του π.δ. 209/1998, που παρέχει στον Υπουργό ΠΕΧΩΔΕ εξουσιοδότηση για την κατάταξη του εθνικού οδικού δικτύου σε βασικό δευτερεύον και τριτεύον, είναι ανίσχυρη ως αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 24 παρ. 1 και 43 παρ. 2 του Συντάγματος. Ειδικότερα προβάλλεται ότι καμία απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας δεν έχει κρίνει ότι η εν λόγω απόφαση περί κατατάξεως του εθνικού οδικού δικτύου είναι κανονιστική διοικητική πράξη με την οποία ασκείται πολεοδομικού χαρακτήρα αρμοδιότητα, για την οποία απαιτείται η έκδοση προεδρικού διατάγματος, καθώς και ότι η σχετική κρίση του εφετείου είναι εσφαλμένη. Ο ισχυρισμός περί ανυπαρξίας νομολογίας προβάλλεται βασίμως, διότι, πράγματι δεν υπάρχει νομολογία του Δικαστηρίου ως προς το εν λόγω νομικό ζήτημα. Επομένως, η υπό κρίση έφεση ασκείται παραδεκτώς και είναι περαιτέρω εξεταστέα.

7. Επειδή, με την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 43 του Συντάγματος παρέχεται στον κοινό νομοθέτη το δικαίωμα να μεταβιβάζει την αρμοδιότητα προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία. Τίθεται δε ο κανόνας (εδάφιο πρώτο) ότι η νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, ο οποίος ασκεί την μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων. Η νομοθετική εξουσιοδότηση, για να είναι νόμιμη, πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, δηλαδή να προβαίνει σε συγκεκριμένο προσδιορισμό του αντικειμένου της και να καθορίζει τα όριά της σε σχέση προς αυτό. Περαιτέρω, με την διάταξη του δεύτερου εδαφίου, της παρ. 2, του ιδίου άρθρου, προβλέπεται ότι φορέας της εξουσιοδοτήσεως μπορεί να είναι και άλλα, εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοικήσεως, εφόσον όμως πρόκειται, μεταξύ άλλων, περί «ειδικότερων» θεμάτων. Ως ειδικότερα θέματα νοούνται εκείνα τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενό τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρυθμίσεως. Απαιτείται, επομένως, στην περίπτωση αυτή, να περιέχει το νομοθετικό κείμενο όχι απλώς τον καθ’ ύλη προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδοτήσεως αλλά, επί πλέον, και την ουσιαστική ρύθμισή του, έστω και σε γενικό, ορισμένο, όμως, πλαίσιο σύμφωνα προς το οποίο θα ενεργήσει η Διοίκηση προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα. Οι ανωτέρω ουσιαστικές ρυθμίσεις μπορούν να υπάρχουν τόσο στις διατάξεις του εξουσιοδοτικού νόμου όσο και σε διατάξεις άλλων νόμων σχετικών με τα θέματα που αποτελούν αντικείμενο της νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως (βλ. ΟλομΣτΕ 1210/2010). Η περίπτωση αυτή, εξάλλου, αντιδιαστέλλεται τόσο από το «λεπτομερειακό» θέμα, το οποίο αφορά στη θέσπιση όλως δευτερευουσών και επουσιωδών ρυθμίσεων, όσο και από το «τεχνικό», για την ρύθμιση του οποίου γίνεται ευρεία χρήση επιστημονικής και εν γένει τεχνικής φύσεως κριτηρίων και μεθόδων, για τα οποία είναι αναγκαία η σύμπραξη ειδικών τεχνικών οργάνων, οργάνων δηλαδή που διαθέτουν εξειδικευμένη επιστημονική ή τεχνική, υπό ευρεία έννοια, κατάρτιση (βλ. Oλομ. ΣτΕ 520/2015, ΣτΕ 2667/2001, 2967, 2820/1999, 1370/1985 και Π.Ε. 601-2/2002).

8. Επειδή, κατά παγίως κριθέντα, κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 24 του Συντάγματος, ο πολεοδομικός σχεδιασμός αποτελεί ζήτημα γενικού ενδιαφέροντος, στο οποίο πρέπει να έχουν λόγο, κατά συνταγματική επιταγή, και κεντρικά κρατικά όργανα και, κατά συνέπεια, η έγκριση και τροποποίηση των πολεοδομικών σχεδίων οποιασδήποτε κλίμακας, καθώς και η θέσπιση με ρυθμίσεις κανονιστικού χαρακτήρα πάσης φύσεως όρων δόμησης δεν μπορεί να θεωρηθεί ειδικότερο θέμα, κατά την έννοια του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος, αλλά ούτε θέμα τοπικού ενδιαφέροντος ή τεχνικού ή λεπτομερειακού χαρακτήρα. Συνεπώς, οι ρυθμίσεις αυτές μπορεί να γίνονται μόνον με την έκδοση προεδρικού διατάγματος. Ο κανόνας εξάλλου αυτός αφορά τόσο τις αμιγώς κανονιστικές πράξεις (λ.χ. όροι δόμησης και χρήσεων) και τις πράξεις μικτού χαρακτήρα (λ.χ. τροποποίηση σχεδίου πόλεως με ταυτόχρονο καθορισμό όρων δόμησης) όσο και τις ατομικές πράξεις (λ.χ. απλή τροποποίηση σχεδίου πόλεως χωρίς ταυτόχρονο καθορισμό όρων δόμησης) διότι, κατά το Σύνταγμα, ο πολεοδομικός σχεδιασμός συνδέει, λόγω του μεγάλου βαθμού της εσωτερικής συνοχής του, αρρήκτως τις κατηγορίες αυτές πράξεων, κατά τρόπο ώστε η τροποποίηση από άλλο όργανο ατομικής πολεοδομικής ρύθμισης να επιδρά αφεύκτως στο υπόλοιπο, κανονιστικό της μέρος, με αποτέλεσμα τον κίνδυνο ανατροπής της συνοχής της. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, διατάξεις, με τις οποίες ανατίθεται η ρύθμιση των ανωτέρω ζητημάτων σε άλλα, πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα, αντίκεινται στις ως άνω συνταγματικές διατάξεις και δεν είναι εφαρμοστέες. Αντιθέτως, οι αρμοδιότητες εφαρμογής των πολεοδομικών σχεδίων και οι συναφείς εκτελεστικές αρμοδιότητες, που δεν έχουν τον κατά τα ανωτέρω γενικότερο χαρακτήρα, επιτρεπτώς ανατίθενται σε άλλα, πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα. Προς την αρμοδιότητα δε εφαρμογής των πολεοδομικών σχεδίων εξομοιώνεται, από την άποψη αυτή, και η όλως εντετοπισμένη τροποποίησή τους, που μπορεί να επιχειρείται ομοίως με πράξη διάφορη του διατάγματος, δεδομένου ότι η τροποποίηση αυτή δεν εμπεριέχει γενικό πολεοδομικό σχεδιασμό αλλά διενεργείται εντός του πλαισίου ευρυτέρου σχεδιασμού που έχει ήδη χωρήσει από τα προς τούτο αρμόδια κατά το Σύνταγμα και τον νόμο όργανα. Και οι τελευταίες, όμως, αυτές όλως εντετοπισμένες τροποποιήσεις πολεοδομικών σχεδίων παύουν να διατηρούν τον ως άνω ειδικότερο χαρακτήρα τους, όταν αφορούν προστατευόμενες περιοχές του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, λόγω της ιδιαίτερης κατά το Σύνταγμα σημασίας των ως άνω περιοχών, οπότε οι σχετικές ρυθμίσεις πρέπει, στην περίπτωση αυτή, να διενεργούνται με την έκδοση προεδρικού διατάγματος (βλ. ΟλομΣτΕ 3661/2005, ΣτΕ 2983/2009 7μ.. κ.ά.).

9. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 1 του ν. 3155/55 «Περί κατασκευής και συντηρήσεως των οδών» (Α?63) ορίζεται ότι οι οδοί της χώρας διακρίνονται σε εθνικές, επαρχιακές και δημοτικές ή κοινοτικές. Με τα άρθρα 2, 3 και 4 του ίδιου νόμου ορίζονται τα λειτουργικά χαρακτηριστικά της κάθε κατηγορίας με βασικό κριτήριο τη σπουδαιότητα των «κέντρων» που ενώνει, προβλέπεται δε επίσης η κατάταξη των οδών σε εθνικές και επαρχιακές, με Βασιλικά Διατάγματα που θα εκδοθούν εφάπαξ, κατόπιν εξειδικεύσεως των ανωτέρω αντικειμενικών κριτηρίων σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Εξ άλλου, με το άρθρο 12 παρ. 2, εδ. β? του ίδιου νόμου παρασχέθηκε η δυνατότητα να ρυθμίζονται με διατάγματα: «τα διά την ασφάλειαν της υπεραστικής συγκοινωνίας αναγκαία μέτρα, οίον η απομόνωσις των οδών από τας πέριξ ιδιοκτησίας, ο καθορισμός των οδεύσεων εντός κατωκημένων τόπων, αι από του άξονος των οδών αποστάσεις οικοδομικών γραμμών, φρακτών, δενδροστοιχιών κ.λπ., αι περιπτώσεις συνεχούς ή περιοδικού αποκλεισμού κυκλοφορίας επί υπεραστικών οδών, η λήψις μέτρων προς εξασφάλισιν της ορατότητος, τα όρια βάρους και διαστάσεων των επί του οδικού δικτύου κυκλοφορούντων οχημάτων και τα του ελέγχου αυτών». Βάσει της διατάξεως αυτής εκδόθηκε το π.δ. 347/93 «Λήψη μέτρων για την ασφάλεια της υπεραστικής συγκοινωνίας» (Α?146) και, ακολούθως, το ομοίου τίτλου και περιεχομένου, διάταγμα 209/1998 (Α΄169). Με τις ρυθμίσεις του διατάγματος αυτού επιχειρήθηκε η περαιτέρω κατηγοριοποίηση του εθνικού και επαρχιακού οδικού δικτύου της χώρας σε βασικό, δευτερεύον και τριτεύον εθνικό οδικό δίκτυο και σε πρωτεύον και δευτερεύον επαρχιακό δίκτυο, η κατάταξη δε των εθνικών και επαρχιακών οδών στις κατηγορίες αυτές ανατέθηκε στον Υπουργό ΠΕ.ΧΩ.Δ.Ε. , σύμφωνα με τα προβλεπόμενα αναλυτικά στο άρθρο 1, που ορίζει τα εξής: «1. Για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος διατάγματος και σύμφωνα με τα άρθρα 2 και 3 του Ν. 3155/55 "Περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών" το Εθνικό και Επαρχιακό Οδικό Δίκτυο της Χώρας ανάλογα με τη σημασία του για τη συγκοινωνία, τις μεταφορές, την οικονομία της Χώρας και την Εθνική Αμυνα, σε συνδυασμό με τα γεωμετρικά μεγέθη του, τον αναμενόμενο κυκλοφοριακό φόρτο και τα ειδικότερα κριτήρια, τα οποία κατά περίπτωση αναφέρονται κατωτέρω, κατατάσσεται σε κατηγορίες με τη διαδικασία που ορίζεται στο άρθρο αυτό, ως εξής: α) Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο είναι το τμήμα εκείνο του Εθνικού Οδικού Δικτύου που συνδέει τη χώρα με άλλες επικράτειες, απ` ευθείας ή με παρέμβαση πορθμείων ή τα σπουδαιότερα αστικά κέντρα μεταξύ τους. β) Δευτερεύον Εθνικό Οδικό Δίκτυο είναι το τμήμα εκείνο του Εθνικού Οδικού Δικτύου που συνδέει βασικούς εθνικούς οδικούς άξονες μεταξύ τους ή με μεγάλα αστικά κέντρα, λιμάνια, αεροδρόμια ή με τόπους εξαιρετικού τουριστικού ενδιαφέροντος ή είναι οδικοί άξονες για τους οποίους έχει γίνει παραλλαγή με Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο. γ) Τριτεύον Εθνικό Οδικό Δίκτυο είναι το τμήμα εκείνο του Εθνικού Οδικού Δικτύου που έχει αντικατασταθεί με νέες χαράξεις Εθνικού Οδικού Δικτύου ή εξυπηρετεί μετακινήσεις σε περιοχές με αρχαιολογικό, τουριστικό, ιστορικό ή αναπτυξιακό ενδιαφέρον. δ) Πρωτεύον Επαρχιακό Οδικό Δίκτυο είναι … ε) Δευτερεύον Επαρχιακό Οδικό Δίκτυο είναι … 2. Το Εθνικό Οδικό Δίκτυο κατατάσσεται σε Βασικό, Δευτερεύον και Τριτεύον, με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημοσίων Εργων μετά από σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Δημοσίων Εργων και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 3. …». Με το άρθρο 2 του διατάγματος καθορίστηκαν οι ελάχιστες αποστάσεις των πάσης φύσεως και χρήσεως κτιρίων από τους άξονες των οδών ή τα όριά τους, σε εκτός εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως ή οικισμών περιοχές και ειδικότερα, σε σχέση με οδούς του εθνικού οδικού δικτύου ως εξής: «α) Στο Βασικό Εθνικό Οδικό Δίκτυο, 60 μέτρα από τον άξονα της οδού και όχι λιγότερο των 40 μέτρων από το όριο αυτής. β) Στο Δευτερεύον Εθνικό Οδικό Δίκτυο, 45 μέτρα από τον άξονα της οδού και όχι λιγότερο των 30 μέτρων από το όριο αυτής. γ) Στα τμήματα του Εθνικού Οδικού Δικτύου που έχουν χαρακτηρισθεί και κατασκευασθεί ως αυτοκινητόδρομοι ή οδοί ταχείας κυκλοφορίας, όπως ορίζονται στο Ν. 2094/92, με παράπλευρες οδούς (S.R.) σε επαφή με την κύρια οδό ή και σε απόσταση από αυτή, τα κτίρια τοποθετούνται στην οριζόμενη ως άνω απόσταση από τον άξονα της κυρίας οδού και 20 μέτρα από τον άξονα της παραπλεύρου. Στην περίπτωση που δεν έχουν κατασκευασθεί παράπλευρες οδοί ισχύουν οι αποστάσεις των παρ. (1α) και (1β) του παρόντος άρθρου. δ) Στο Τριτεύον Εθνικό και στο Εθνικό Οδικό Δίκτυο των νήσων πλην Κρήτης, Εύβοιας, Ρόδου, Κέρκυρας, 30 μέτρα από τον άξονα της οδού. ε) Στις χαρακτηρισμένες ως παράπλευρες οδούς (...) του Εθνικού Οδικού Δικτύου, εκτός των αυτοκινητοδρόμων και των οδών ταχείας κυκλοφορίας, 20 μέτρα από τον άξονα της παράπλευρης οδού, εφόσον έχει κατασκευασθεί”.

10. Επειδή, κατά τα παγίως κριθέντα, οι προεκτεθείσες ρυθμίσεις των διατάξεων του ν. 3155/1955 και του π.δ. 209/1998 αποσκοπούν στην εξασφάλιση της οδικής ασφάλειας και της συναφούς δυνατότητας απρόσκοπτης ορατότητας, στην εξασφάλιση της δυνατότητας μελλοντικής διαπλάτυνσης των οδών της χώρας (διασφαλίζοντας τον απαιτούμενο χώρο διέλευσης της οδού και, όπου χρειάζεται, των παραπλεύρων οδών), στην ανεμπόδιστη εκτέλεση νέων έργων στο Εθνικό ή Επαρχιακό οδικό δίκτυο, καθώς και στη συνακόλουθη αύξηση της κυκλοφοριακής ικανότητας των οδικών δικτύων. Οι σκοποί δε αυτοί επιδιώκονται με την λήψη προληπτικών μέτρων, ήτοι, μεταξύ άλλων, με τη θέσπιση ελαχίστων αποστάσεων των πάσης φύσεως και χρήσεως κτιρίων από τους οδικούς άξονες (βλ. ΣτΕ 502/2016, 207/2016, 2768/2013, 2510/2009, Π.Ε. 109/1998, 44/2010, 121/2011). Εξάλλου, η υπουργική απόφαση με την οποία κατατάσσεται το εθνικό οδικό δίκτυο σε πρωτεύον, δευτερεύον και τριτεύον, σύμφωνα με τα κριτήρια που ορίζονται στο άρθρο 1 του π.δ. 209/1998, είναι κανονιστικού χαρακτήρα, διότι έχει ως συνέπεια την υπαγωγή των οδών που κατατάσσονται στο αντίστοιχο κανονιστικό καθεστώς (πρβλ. ΣτΕ 2925/2014, που αφορά στην κατάταξη του επαρχιακού οδικού δικτύου). Λαμβάνοντας δε υπόψη τον σκοπό των εφαρμοστέων διατάξεων, το γεγονός ότι με την εν λόγω κατάταξη δεν χαρακτηρίζεται το πρώτον οδός ως ανήκουσα στο Εθνικό ή Επαρχιακό οδικό δίκτυο, το οποίο έχει ήδη καθορισθεί με εφάπαξ εκδοθέντα βασιλικά διατάγματα (από 9.8.1955 β.δ., Α΄ 222, για το Εθνικό δίκτυο και περισσότερα από 6.2.1956 β.δ., Α΄47, για το Επαρχιακό δίκτυο), και συνεπώς δεν καθίστανται το πρώτον οικοδομήσιμα τα ακίνητα που έχουν πρόσωπο σε αυτήν, καθώς και ότι οι αποστάσεις των κτιρίων από τον άξονα της οδού, κατά περίπτωση, προβλέπονται στο προαναφερθέν προεδρικό διάταγμα, η εν λόγω κατάταξη δεν συνιστά άσκηση αρμοδιότητας πολεοδομικού σχεδιασμού.

11. Επειδή, η επίδικη υπουργική απόφαση περί κατατάξεως του οδικού δικτύου εκδόθηκε κατ’επίκληση της ως άνω διάταξης του άρθρου 1 του π.δ. 209/1998. Eν όψει δε του ότι η εν λόγω κατάταξη γίνεται με αντικειμενικά κριτήρια προβλεπόμενα στην προαναφερθείσα διάταξη και λαμβάνοντας υπόψη τον τεχνικό (ως προς τα εφαρμοστέα κριτήρια) και λεπτομερειακό (σε σχέση προς τις προαναφερθείσες νομοθετικές και κανονιστικές ρυθμίσεις) χαρακτήρα των ζητημάτων που συνάπτονται προς την σχετική ρύθμιση, λόγος για τον οποίο, εξάλλου, προβλέπεται σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Δημοσίων Έργων, η παροχή εξουσιοδότησης στον Υπουργό Περιβάλλοντος για την έκδοση της σχετικής απόφασης δεν αντίκειται στο άρθρο 43 παρ. 2 εδ. β΄ του Συντάγματος (πρβλ. ΠΕ 181/1990, 556/1993).

12. Επειδή, με τα ανωτέρω δεδομένα, η επίδικη υπουργική απόφαση, που αποτέλεσε το έρεισμα της προσβληθείσας με την αίτηση ακυρώσεως οικοδομικής άδειας, δεν εκδόθηκε κατά παράβαση των άρθρων 24 και 43 παρ. 2 του Συντάγματος, όπως εσφαλμένα έκρινε το εφετείο, και, συνεπώς, εάν και είναι απορριπτέος ο επιμέρους ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι η εν λόγω απόφαση είναι ατομική διοικητική πράξη, πρέπει να γίνει δεκτός εξεταζόμενος λόγος εφέσεως. Πρέπει δε να απορριφθούν ως αβάσιμα τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από την εφεσίβλητη. Συνεπώς, η κρινόμενη έφεση πρέπει να γίνει δεκτή και να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση.

13. Επειδή, μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης, πρέπει, κατά το άρθρο 64 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), να εκδικασθεί η αίτηση ακυρώσεως.

14. Επειδή, με έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς παρεμβαίνει στη δίκη, υπέρ της ισχύος της προσβαλλόμενης πράξεως η εταιρεία που φέρεται ως δικαιούχος της εν λόγω οικοδομικής άδειας.

15. Επειδή, η αίτηση ακυρώσεως ασκήθηκε με πρόδηλο έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς, από την αιτούσα εταιρεία, φερόμενη ως ιδιοκτήτρια ξενοδοχειακών μονάδων κείμενων έναντι του επίδικου γηπέδου.

16. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, όπως συμπληρώθηκε με το από 26.1.2010 δικόγραφο προσθέτων λόγων, προβάλλεται, μεταξύ άλλων, ότι η προσβαλλόμενη οικοδομική άδεια είναι παράνομη και ακυρωτέα, διότι προβλέπει ύψος κτιρίου 4,5 μ. ή σύμφωνα με το διάγραμμα κάλυψης και την τεχνική έκθεση, που περιλαμβάνονται στον φάκελό της, κτιρίου 4 μ. με 1,5 μ. στέγη, δηλαδή συνολικού ύψους 5,5 μ. κατά παράβαση του άρθρου 3.Β.4 του από 15.1.1986 π.δ. περί ΖΟΕ στην περιοχή της Καστοριάς, που επιτρέπει την ανέγερση μονώροφων κτιρίων μέγιστου ύψους 4μ. με στέγη κλίσεως 30%. Σύμφωνα δε με τα προβαλλόμενα στο διάγραμμα κάλυψης του επίδικου κτιρίου αναφέρεται ότι ο σχετικός όρος δόμησης προσδιορίσθηκε βάσει του άρθρου 3.Β.5 του ως άνω διατάγματος, που προβλέπει μέγιστο ύψος 7,5 μ.

17. Επειδή, όπως προκύπτει από τις απόψεις της Διοίκησης το επίδικο κτίσμα βρίσκεται στην εκτός σχεδίου περιοχή Δισπηλιού της Καστοριάς, εντός της περιοχής 2α της Ζώνης Οικιστικού Ελέγχου (ΖΟΕ) της Καστοριάς, που καθορίστηκε με το από 15.1.1986 π.δ.. Σύμφωνα με το άρθρο 3 περ. Β παρ. 6 του εν λόγω π.δ. για την περιοχή αυτή επιτρέπονται μόνο οι χρήσεις που προβλέπονται στα εδάφια α-δ και στ της παρ. 1 της ίδιας περ. Β, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται οι «εγκαταστάσεις αναψυχής», υπό τους όρους και προϋποθέσεις της παρ. 4 και υπό τον περιορισμό τα ανεγειρόμενα κτίσματα να απέχουν απόσταση τουλάχιστον 50 μ. από την όχθη της λίμνης. Περαιτέρω, στην εν λόγω παρ. 4 της περ. Β ορίζονται οι όροι δόμησης για ανέγερση, μεταξύ άλλων, εγκαταστάσεων αναψυχής ως προς το μέγιστο ύψος των οποίων προβλέπεται ότι αυτό είναι 4μ., υπεράνω δε του ύψους αυτού επιβάλλεται η κατασκευή στέγης της οποίας η κλίση δεν μπορεί να υπερβαίνει το 30%. Συγκεκριμένα, ως προς το επίδικο κτίσμα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στο υπ’αρ. ..../2017 έγγραφο του Τμήματος Πολεοδομικών Εφαρμογών Δήμου ........ , το επιτρεπόμενο ύψος στέγης σύμφωνα με την κλίση είναι 1,20μ.

18. Επειδή, ως προς το ύψος του επίδικου κτίσματος, από την προσβαλλόμενη οικοδομική άδεια και τα διαγράμματα που τη συνοδεύουν προκύπτουν τα εξής: Στις απόψεις που προσκομίσθηκαν τόσο ενώπιον του Εφετείου όσο και ενώπιον του Δικαστηρίου δεν ορίζεται με σαφήνεια ποιο είναι το εγκριθέν με την προσβαλλόμενη οικοδομική άδεια ύψος κτιρίου. Συγκεκριμένα, ενώπιον του Εφετείου η Διοίκηση αναφέρει μόνο ότι δεν υπάρχει υπέρβαση ύψους, αφού η στέγη δεν προσμετράται στο συνολικό επιτρεπόμενο ύψος κατά το άρθρο 16 του ΓΟΚ/1985 (ν. 1577/1985), ενώ και στο προαναφερθέν έγγραφο της Διοίκησης προς το Δικαστήριο αναφέρονται μόνο τα προβλεπόμενα στις προαναφερθείσες εφαρμοστέες διατάξεις για το ύψος. Περαιτέρω, στο ίδιο το σώμα της προσβαλλόμενης οικοδομικής άδειας αναφέρεται ύψος 4,5 μ. χωρίς να προσδιορίζεται εάν περιλαμβάνει ή όχι το ύψος της στέγης, εάν δε γίνει δεκτό ότι το εν λόγω ύψος δεν περιλαμβάνει τη στέγη, υπερβαίνει το μέγιστο επιτρεπόμενο ύψος κτιρίου. Στο διάγραμμα κάλυψης-Α2 που συνοδεύει την οικοδομική άδεια αναφέρεται ως όρος δόμησης το μέγιστο ύψος 7,5 μ., που ορίζεται στην παρ. 5 της περ. Β άρθρου 3 του π.δ. περί ΖΟΕ για τις ξενοδοχειακές εγκαταστάσεις, αν και το επίδικο κτίσμα δεν εμπίπτει σε αυτήν την κατηγορία, ενώ σε σχηματική τομή του κτίσματος επί του ιδίου διαγράμματος το ύψος του φαίνεται να είναι 4 μ. (3,8+0,20 μ.) και 1,20 μ. η στέγη. Στην Τομή Α-Α-Σχέδιο Α4 το ύψος του κτιρίου φαίνεται να είναι 4 μ. με ύψος στέγης 1,5 μ. ή 1,2 μ. γραμμένο με το χέρι επί του τυπωμένου 1,5, το οποίο διαγράφεται. Τέλος στην Τομή Β-Β-Σχέδιο Α5 το ύψος του κτιρίου φαίνεται να είναι 4 μ. με στέγη 1,5 μ.

19. Επειδή, με τα ανωτέρω δεδομένα, δεν προκύπτει με σαφήνεια ποιο είναι το ύψος του κτιρίου που εγκρίθηκε με την προσβαλλόμενη οικοδομική άδεια και, περαιτέρω, εάν αυτό είναι σύμφωνο με τα όσα ορίζονται ως προς αυτόν τον όρο δόμησης στις εφαρμοστέες διατάξεις. Για το λόγο αυτό βασίμως προβαλλόμενο, η προσβαλλόμενη οικοδομική άδεια είναι παράνομη και ακυρωτέα.

20. Επειδή, κατόπιν τούτων η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως πρέπει να γίνει δεκτή, παρέλκει δε ως αλυσιτελής η εξέταση των λοιπών λόγων ακυρώσεως.

21. Επειδή, το δικαστήριο, εκτιμώντας, κατά το άρθρο 39 παρ. 1 του π.δ. 18/1989, τις περιστάσεις, κρίνει ότι πρέπει να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

848/2018 ΣΤΕ ( 728035)

(Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Προστασία περιβάλλοντος. Το οδικό δίκτυο υπόκειται σε συνολικό σχεδιασμό και διαχείριση τόσο σε επίπεδο εθνικών ή επαρχιακών οδών, όσο και σε επίπεδο μονάδας τοπικής αυτοδιοίκησης, ενώ αποκλείονται οι αποσπασματικές και απρογραμμάτιστες πράξεις διαχείρισης του οδικού δικτύου, όπως η διάνοιξη, διαπλάτυνση και κατάργηση οδών βάσει εντετοπισμένων εκτιμήσεων. Αρμοδιότητα των κρατικών οργάνων για τη θέσπιση των σχετικών ρυθμίσεων. Με το άρθρο 411 του ΚΒΠΝ απαγορεύθηκε η καθ’ οιονδήποτε τρόπο δημιουργία οδών ή άλλων κοινοχρήστων χώρων με ιδιωτική βούληση. Εξαίρεση από την απαγόρευση. Δεν ανήκε στην αρμοδιότητα του νομάρχη, ως οργάνου ΟΤΑ β΄ βαθμού, η αναγνώριση αγροτικής οδού σε εκτός σχεδίου περιοχή ως προϋφισταμένης του έτους 1923, προκειμένου να καταστούν οικοδομήσιμα τα οικόπεδα με πρόσωπο σε κοινόχρηστο χώρο. Η εμπρόθεσμη άσκηση προσφυγής ενώπιον του ΓΓΠ κατά νομαρχιακής απόφασης διακόπτει την προθεσμία άσκησης αιτήσεως ακυρώσεως. Πότε η προθεσμία αρχίζει εκ νέου. Εμπρόθεσμες η προσφυγή και η αίτηση ακύρωσης, εφόσον η νομαρχιακή απόφαση έχει ατομικό χαρακτήρα, η δε αιτούσα είναι άμεσα ενδιαφερόμενη, και η προθεσμία δεν άρχισε από τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Δεκτή η αίτηση. Η υπόθεση εισήχθη στην επταμελή σύνθεση με την αρ. 856/2016 απόφαση του ΣτΕ.

Αριθμός 848/2018

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Ε΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 5 Οκτωβρίου 2016, με την εξής σύνθεση: Αθ. Ράντος, Aντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Ε΄ Τμήματος, Ι. Μαντζουράνης, Μ.-Ελ. Κωνσταντινίδου, Θ. Αραβάνης, Μ. Σωτηροπούλου, Σύμβουλοι, Μ. Τριπολιτσιώτη, Χρ. Παπανικολάου, Πάρεδροι. Γραμματέας η Μ. Βλασερού.

Για να δικάσει την από 31 Ιανουαρίου 2011 αίτηση:

της … συζ. … , το γένος …….. , κατοίκου … (….), η οποία δεν παρέστη, αλλά εμφανίστηκε στο ακροατήριο και δήλωσε ότι εγκρίνει την άσκηση του ενδίκου μέσου,

κατά των: 1) Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, ο οποίος παρέστη με τον Κωνσταντίνο Βαρδακαστάνη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και 2) Αποκεντρωμένης Διοίκησης …, .., η οποία δεν παρέστη,

και κατά του παρεμβαίνοντος Δήμου …., ο οποίος παρέστη με την δικηγόρο Σταματίνα Δρούζα (Α.Μ. 356, Δ.Σ. Ναυπλίου), που την διόρισε με απόφαση η Οικονομική του Επιτροπή.

Με την αίτηση αυτή η αιτούσα επιδιώκει να ακυρωθούν: 1) η υπ` αριθμ. 2719/28.6.2010 απόφαση του Νομάρχη Αργολίδας (ΦΕΚ 270/12.7.2010 τ.Α.Α.Π.), β) η τεκμαιρόμενη σιωπηρή απόρριψη από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας .. της από 18.10.2010 προσφυγής της κατά της ως άνω νομαρχιακής απόφασης, 3) το υπ` αριθμ. …/../23.12.2010 έγγραφο του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας .. και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων που παρέστησαν δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Παρέδρου Χρ. Παπανικολάου.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως έχει κατατεθεί το νόμιμο παράβολο (υπ’ αριθ. ../2011 ειδικά έντυπα παραβόλου σειράς Α΄).

2. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση ζητείται η ακύρωση α) της 2719/28.6.2010 απόφασης του Νομάρχη Αργολίδας, με την οποία αναγνωρίστηκε αγροτική οδός στη θέση “…..” στην εκτός σχεδίου περιοχή του Δημοτικού Διαμερίσματος ..του Δήμου …..ως προϋφιστάμενη του έτους 1923 (τ.Α.Α.Π. 270/12.7.2010), β) της τεκμαιρόμενης σιωπηρής απόρριψης από τον Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας ….της από 18.10.2010 προσφυγής της αιτούσας κατά της ως άνω νομαρχιακής απόφασης και γ) του με αριθ. πρωτ. ../../23.12.2010 εγγράφου του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας .., με το οποίο ενημερώθηκε η αιτούσα για την απόρριψη της προσφυγής της.

3. Επειδή, νομίμως, κατά το άρθρο 14 παρ. 5 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), η υπόθεση συζητήθηκε ενώπιον της επταμελούς συνθέσεως, στην οποία παραπέμφθηκε με την 856/2016 απόφαση του Τμήματος υπό πενταμελή σύνθεση.

4. Επειδή, το υπ’ αριθ. ../../23.12.2010 έγγραφο του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας …, με το οποίο ενημερώθηκε η αιτούσα ότι η ασκηθείσα κατά της πρώτης προσβαλλόμενης πράξης προσφυγή της έχει απορριφθεί σιωπηρώς, διότι ο Γενικός Γραμματέας δεν αποφάνθηκε επ’ αυτής εντός της οριζόμενης από τις ισχύουσες διατάξεις προθεσμίας, στερείται, ως πληροφοριακό έγγραφο, εκτελεστού χαρακτήρα, και, συνεπώς, απαραδέκτως προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση.

5. Επειδή, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 18 παρ. 12 του ν. 2218/1994 (Α΄ 90), όπως αυτή κωδικοποιήθηκε στο άρθρο 69 του Κώδικα της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης, (π.δ. 30/1996, Α΄ 21), σε συνδυασμό με το άρθρο 8 του ν. 3200/1955 (Α΄ 97), η εμπρόθεσμη άσκηση προσφυγής ενώπιον του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας κατά νομαρχιακής απόφασης διακόπτει την προθεσμία άσκησης της αιτήσεως ακυρώσεως κατά της νομαρχιακής αυτής απόφασης για εξήντα ημέρες, όσο, δηλαδή, διαρκεί η προθεσμία που παρέχεται στο Γενικό Γραμματέα Περιφέρειας να αποφανθεί επί της προσφυγής. Ειδικότερα, όταν η προσφυγή υποβάλλεται στην Περιφέρεια, η προθεσμία άσκησης της αιτήσεως ακυρώσεως κατά της απορριπτικής, ρητής ή σιωπηρής, απόφασης του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας και της νομαρχιακής απόφασης αρχίζει την επομένη της συμπλήρωσης της εξηκονθήμερης ανατρεπτικής προθεσμίας, μέσα στην οποία εξαντλείται η κατά χρόνο αρμοδιότητα του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας να αποφανθεί σχετικά με την υπόθεση, εκτός αν εκδοθεί και κοινοποιηθεί στον ενδιαφερόμενο απορριπτική απόφαση του Γενικού Γραμματέα επί της προσφυγής ή εάν ο ενδιαφερόμενος λάβει γνώση της απορριπτικής απόφασης του Γενικού Γραμματέα πριν από την πάροδο της προθεσμίας αυτής (ΣτΕ 2512/2009, 1190/2006 κ.ά.). Στη συγκεκριμένη περίπτωση, από τα στοιχεία του φακέλου προκύπτει ότι η υπ’ αριθ. 2719/28.6.2010 απόφαση του Νομάρχη Αργολίδας, με την οποία με την οποία αναγνωρίστηκε η επίμαχη αγροτική οδός ως προϋφιστάμενη του έτους 1923, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, τεύχος Α.Α.Π., στις 12.7.2010. Δοθέντος ότι η προσβαλλόμενη νομαρχιακή απόφαση έχει ατομικό χαρακτήρα, η δε αιτούσα είναι άμεσα ενδιαφερόμενη, εφόσον ισχυρίζεται ότι είναι συγκύρια, συννομέας και συγκάτοχος κατά ποσοστό 105/720 εξ αδιαιρέτου της επίμαχης αγροτικής οδού, η προθεσμία προσβολής της ανωτέρω νομαρχιακής απόφασης με αίτηση ακυρώσεως δεν άρχισε από τη δημοσίευση αυτής στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (βλ. ΣτΕ 3936/2008). Εφόσον δε από κανένα στοιχείο του φακέλου δεν προκύπτει γνώση από την αιτούσα του περιεχομένου της νομαρχιακής απόφασης σε προγενέστερο χρονικό σημείο, η προσφυγή που άσκησε η αιτούσα κατ’ αυτής ενώπιον του Γενικού Γραμματέα Περιφέρειας … στις 18.10.2010 ήταν εμπρόθεσμη και διέκοψε την προθεσμία άσκησης της αιτήσεως ακυρώσεως. Περαιτέρω, η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως ασκήθηκε την 1.2.2011, ήτοι εντός εξηκονθημέρου από τη συμπλήρωση εξήντα (60) ημερών από την κατάθεση της προσφυγής της αιτούσας στην Περιφέρεια … (17.12.2011). Συνεπώς, η αίτηση ακυρώσεως ασκείται εμπροθέσμως.

6. Επειδή, παραδεκτώς παρεμβαίνει υπέρ του κύρους των προσβαλλόμενων πράξεων ο Δήμος….. , επικαλούμενος την ιδιότητα του κυρίου, νομέα και κατόχου της επίδικης οδού.

7. Επειδή, με το άρθρο 24 του Συντάγματος προστατεύεται το φυσικό περιβάλλον (παράγρ. 1) και, σε συνάφεια με την προστασία αυτή, επιτάσσεται ο ορθολογικός χωροταξικός σχεδιασμός (παράγρ. 2), ουσιώδες στοιχείο του οποίου είναι το οδικό δίκτυο, υποκείμενο, λόγω της διασυνδέσεως των επί μέρους υποσυστημάτων του και της ιεραρχήσεώς τους, σε συνολικό σχεδιασμό, βάσει των οικείων νομίμων κριτηρίων, έτσι ώστε να καθίσταται και τούτο βιώσιμο. Τούτου έπεται ότι το οδικό δίκτυο υπόκειται σε συνολικό σχεδιασμό και διαχείριση τόσο σε επίπεδο εθνικών ή επαρχιακών οδών, όσο και σε επίπεδο μονάδας τοπικής αυτοδιοίκησης, προκειμένου για δημοτικές ή κοινοτικές οδούς. Στη διαχείριση περιλαμβάνεται και ο εκσυγχρονισμός του οδικού δικτύου, δηλαδή, και η τροποποίησή του με τη διάνοιξη νέας ή την κατάργηση υπάρχουσας οδού, προκειμένου τούτο να προσαρμοσθεί προς νέες ανάγκες και απαιτήσεις. Σε κάθε περίπτωση, τα κριτήρια σχεδιασμού και διαχείρισης του οδικού δικτύου πρέπει να είναι σαφή, εξειδικευμένα και να συνδέονται προς τα υπόλοιπα στοιχεία του ευρύτερου σχεδιασμού. Εξάλλου, το οδικό δίκτυο ενός οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης δεν αποτελεί τοπική του υπόθεση, εφόσον συνάπτεται τόσο με το υπόλοιπο δίκτυο της χώρας, όσο και με την προστασία των γεωσυστημάτων του φυσικού χώρου, τα οποία αποτελούν στοιχείο της εθνικής φυσικής κληρονομιάς (ΣτΕ 2486/2007, 2487/2007 Ολομ., 878/2012, 395/2014 κ.ά.). Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 3 και 4 παρ. 1, 2α και 2β του ν. 1650/1986 (Α΄ 160), όπως αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 1 και 2 του ν. 3010/2002 (Α΄ 91) σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 3, 4, 5 και 6 της κ.υ.α. ΗΠ.15393/2332/5.8.2002 (Β΄ 1022) καθώς και των άρθρων 8 και 9 της κ.υ.α. ΗΠ11014/703/Φ. 104/14.3.2003 (Β΄ 332) συνάγεται ότι για την πραγματοποίηση έργων οδοποιίας που αφορούν, μεταξύ άλλων, δημοτικές και κοινοτικές οδούς εκτός σχεδίων πόλεων ή ορίων οικισμών (Α/Α 11.1) καθώς και αγροτικές οδούς (Α/Α 13), τα οποία έργα κατατάσσονται στην υποκατηγορία 3 της δεύτερης (Β) κατηγορίας έργων του άρθρου 3 του ν. 1650/1986, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ν. 3010/2002, απαιτείται, κατ’ αρχήν, να τηρηθεί προηγουμένως η διαδικασία της υποβολής προκαταρκτικής περιβαλλοντικής εκτίμησης και αξιολόγησης (Π.Π.Ε.Α.) και, αναλόγως του αποτελέσματος της εκτίμησης, της έγκρισης, εν συνεχεία, περιβαλλοντικών όρων (Ε.Π.Ο.). Τούτων έπεται ότι αποκλείονται οι αποσπασματικές και απρογραμμάτιστες πράξεις διαχείρισης του οδικού δικτύου, όπως η διάνοιξη, διαπλάτυνση και κατάργηση οδών βάσει εντετοπισμένων εκτιμήσεων, με γνώμονα την εξυπηρέτηση τοπικής ανάγκης χωρίς υπολογισμό των ευρύτερων επιπτώσεων που αυτές ενδέχεται να έχουν (ΣτΕ 878/2012, 1128/2011, 2124/2009 κ.ά.).

8. Επειδή, περαιτέρω, από το άρθρο 24 παρ. 2 του Συντάγματος συνάγεται θεμελιώδης, από πλευράς δυνατότητας δόμησης, διαφοροποίηση μεταξύ των περιοχών των αναπτυσσομένων με βάση οργανωμένο πολεοδομικό σχέδιο και των εκτός σχεδίου περιοχών, οι οποίες δεν έχουν ως προορισμό, κατ’ αρχήν, την δόμηση (ΣτΕ 3135/2002 Ολομ. κ.ά.). Στην πρώτη κατηγορία περιοχών, που προορίζονται προς δόμηση, αυτή επιτρέπεται με μόνη προϋπόθεση την τήρηση των ορισμών του σχεδίου πόλεως και των όρων και περιορισμών δόμησης που το συνοδεύουν. Στην δεύτερη κατηγορία περιοχών, ενόψει του ότι δεν είναι δυνατόν, από την φύση τους και την έλλειψη πολεοδομικής οργάνωσής τους, να εξασφαλισθεί η τήρηση των κατά τα ανωτέρω συνταγματικών σκοπών, η δόμηση μόνον κατ’ εξαίρεση επιτρέπεται, δυνάμενη και να απαγορεύεται εν όλω ή εν μέρει ή να επιτρέπεται υπό ιδιαιτέρως αυστηρούς όρους και περιορισμούς, προσαρμοσμένους στην ιδιαίτερη φύση κάθε περιοχής. Οι όροι αυτοί δεν επιτρέπεται να είναι ευνοϊκότεροι, δηλαδή να καθιστούν ευχερέστερη τη δόμηση, σε σχέση προς τους ισχύοντες για τις εντός σχεδίου περιοχές (ΣτΕ 2136, 2137/2016 7μ., 1671/2014, 7μ., 3504/2017 7μ. κ.ά.), ούτε να οδηγούν σε εξομοίωση των εκτός σχεδίου περιοχών με εντός σχεδίου πόλεως ή ορίων οικισμών περιοχές ή στην εν τοις πράγμασι δημιουργία νέων οικισμών χωρίς εγκεκριμένο πολεοδομικό σχέδιο (ΣτΕ 2136, 2137/2016 7μ.).

9. Επειδή, εξάλλου, όπως έχει ήδη κριθεί, καθ’ ερμηνεία των διατάξεων των άρθρων 24 παρ. 2, 43 παρ. 2 και 102 παρ. 1 του Συντάγματος (ΣτΕ 3661/2005 Ολομ.), η έγκριση και τροποποίηση των πολεοδομικών σχεδίων οποιασδήποτε κλίμακας και η θέσπιση, με ρυθμίσεις κανονιστικού χαρακτήρα, πάσης φύσεως όρων δόμησης, δεν συνιστά ειδικότερο θέμα, κατά την έννοια του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος, ούτε θέμα τοπικού ενδιαφέροντος ή τεχνικού ή λεπτομερειακού χαρακτήρα. Συνεπώς, οι ρυθμίσεις αυτές γίνονται μόνον με την έκδοση προεδρικού διατάγματος. Η αρμοδιότητα, όμως, εφαρμογής των πολεοδομικών σχεδίων, προς την οποία εξομοιώνεται και η εντετοπισμένη τροποποίησή τους, θεμιτώς ανατίθεται σε άλλα διοικητικά όργανα, εκτός εάν αφορά προστατευόμενες περιοχές του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, οπότε οι σχετικές ρυθμίσεις πρέπει, και στην περίπτωση αυτή, να διενεργούνται με την έκδοση προεδρικού διατάγματος.

10. Επειδή, ο ν. 3155/1955 “Περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών” (Α΄ 63) στο άρθρο 1 ορίζει ότι “Αι οδοί της χώρας διακρίνονται εις α) Εθνικάς, β) Επαρχιακάς και γ) Δημοτικάς ή Κοινοτικάς”, στα άρθρα 2 και 3 καθορίζει την έννοια και τη διαδικασία χαρακτηρισμού των εθνικών επαρχιακών οδών, ο οποίος γίνεται με την έκδοση διατάγματος, εφάπαξ εκδιδομένου για την Χώρα και για κάθε νομό (βλ. άρθρα 2 παρ. 2 και 3 παρ. 2 αντιστοίχως), στο δε άρθρο 4 ορίζει ότι: “Δημοτικαί και Κοινοτικαί οδοί είναι αι εξυπηρετούσαι τας πάσης φύσεως ανάγκας ενός Δήμου ή μιας Κοινότητας εντός των διοικητικών ορίων αυτού”. Αντίστοιχες διατάξεις περιελάμβανε το π.δ. της 25-
28.11.1929 “Περί κωδικοποιήσεως των περί κατασκευής και συντηρήσεως οδών κειμένων διατάξεων (Α΄ 421), το οποίο στο άρθρο 1 όριζε ότι “Αι οδοί του Κράτους διαιρούνται εις εθνικάς, επαρχιακάς και δημοτικάς ή κοινοτικάς και αγροτικάς”, στα άρθρα 2 και 3 καθόριζε την έννοια και τη διαδικασία χαρακτηρισμού των εθνικών και επαρχιακών οδών, αντιστοίχως, ενώ στο άρθρο 4 όριζε ότι: “Δημοτικαί ή κοινοτικαί οδοί εισίν αι ενούσαι χωρία του αυτού δήμου ή κοινότητος προς άλληλα ή προς χωρία ομόρων δήμων ή κοινοτήτων ή προς εθνικάς ή επαρχιακάς οδούς. 2. Αι οδοί άγουσαι από χωρίων προς κτηματικάς αυτών περιφερείας εισίν οδοί αγροτικαί”. Εξάλλου, το π.δ. της 24-31.5.1985 “Τροποποίηση των όρων και περιορισμών δόμησης των γηπέδων των κειμένων εκτός των ρυμοτομικών σχεδίων των πόλεων και εκτός των νομίμων ορίων των νομίμως υφισταμένων προ του έτους 1923 οικισμών” (Δ΄ 270), το οποίο εκδόθηκε κατ’ επίκληση διατάξεων του ν. δ/τος της 17.7.1923 και του ΓΟΚ1973 [ν.δ. 8/1973 (Α΄ 360)] και το περιεχόμενο του οποίου αποδίδεται στα άρθρα 162 και επ. του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας [Κ.Β.Π.Ν., π.δ. της 14-27.7.1999 Δ΄580], στο άρθρο 1, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 του ν. 3212/2003 (Α΄ 308), καθορίζει τους όρους και περιορισμούς δόμησης που ισχύουν κατά τον κανόνα (παρ. 1) και κατά παρέκκλιση (παρ. 2) για τα γήπεδα που βρίσκονται εκτός ρυμοτομικών σχεδίων και εκτός των ορίων των προ του 1923 οικισμών. Στην περίπτωση α΄ της παρ. 1 του άρθρου 1 του εν λόγω π. δ/τος, ειδικότερα, όπως η περ. α΄ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 3212/2003, τίθεται ο βασικός κανόνας ότι, προκειμένου να δομηθεί γήπεδο εκτός σχεδίου και εκτός ορίων οικισμού προϋφισταμένου του 1923, απαιτούνται ως όροι δόμησης “ελάχιστο εμβαδόν γηπέδου 4.000 τετραγωνικά μέτρα και πρόσωπο σε κοινόχρηστο δρόμο είκοσι πέντε (25) μέτρα …”. Περαιτέρω, θεσπίζει ειδικές ρυθμίσεις για γήπεδα που έχουν πρόσωπο, μεταξύ άλλων, σε δημοτικές και κοινοτικές οδούς (παρ. 1 περ. β΄ και παρ. 2 περ. β΄ του αυτού άρθρου 1, αντιστοίχως), ορίζει δε περαιτέρω, στο τελευταίο εδάφιο της αυτής περ. β΄ της παρ. 2 του άρθρου 1, ότι “Ως Δημοτικ[ές] ή κοινοτικ[ές] οδοί για την εφαρμογή του παρόντος θεωρούνται οι οδοί που ενώνουν οικισμούς του αυτού δήμου ή κοινότητας μεταξύ των, ή οικισμούς ομόρων δήμων ή κοινοτήτων με Διεθνείς, Εθνικές ή Επαρχιακές οδούς. Σε περίπτωση που μεταξύ των προαναφερομένων οικισμών υπάρχουν περισσότερες της μιας δημοτικ[ές] ή κοινοτικ[ές] οδοί που συνδέουν αυτούς, οι διατάξεις της παρούσης περίπτωσης έχουν εφαρμογή μόνο σε γήπεδα που έχουν πρόσωπο στην κυριότερη από τις οδούς αυτές. Η αναγνώριση των οδών αυτών σε κυριότερ
[ες] ή μοναδικ[ές] γίνεται με απόφαση του οικείου Νομάρχη [ήδη, όπως έχει κριθεί, με την έκδοση προεδρικού διατάγματος: ΣτΕ 4046/2015 7μ., 3695/2015, 1671/2014] μετά από γνώμη του Συμβουλίου Χωροταξίας, Οικισμού και Περιβάλλοντος του νομού ...” (βλ. άρθρο 162 παρ. 1 και 2 ΚΒΠΝ). Κατά την έννοια των ανωτέρω περιοριστικών της δόμησης διατάξεων του από 24.5.1985 π. δ/τος, οι οποίες αποβλέπουν, πρωτίστως, στη διαφύλαξη του ιδιαίτερου χαρακτήρα των εκτός σχεδίου περιοχών, η κατ’ εξαίρεση επιτρεπόμενη στις περιοχές αυτές δόμηση τελεί υπό την προϋπόθεση ότι πληρούται, πάντως, ο βασικός κανόνας δόμησης της εν γένει πολεοδομικής νομοθεσίας, κατά τον οποίο δομήσιμα είναι τα γήπεδα που έχουν πρόσωπο, κοινό όριο δηλαδή, σε κοινόχρηστο χώρο νομίμως υφιστάμενο, μη προκύψαντα από ιδιωτική βούληση, διότι, άλλως, θα καθίστατο δυνατή η δόμηση σε εκτός σχεδίου περιοχές υπό όρους ευνοϊκότερους από την ανωτέρω άποψη, ακόμη και εκείνων που ισχύουν στις εντός σχεδίου περιοχές (ΣτΕ 4046/2015 7μ., 3695/2015, 1671/2014, 3504/2010 7μ.).

11. Επειδή, εξάλλου, το άρθρο 411 του Κώδικα Βασικής Πολεοδομικής Νομοθεσίας, στο οποίο κωδικοποιούνται το άρθρο 20 παρ. 1 - 4 του ν.δ. της 17.7-16.8.1923 (Α΄ 228) και το β.δ. της 4-
16.1.1924 (Α΄ 8), με το οποίο τέθηκαν σε ισχύ οι διατάξεις του ως άνω άρθρου 20, ορίζονται τα εξής: “1. Δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε μεταβίβαση της κυριότητας μέρους ή όλου του γηπέδου, στο οποίο ο ιδιοκτήτης σχημάτισε ή αναγνώρισε κοινόχρηστους χώρους που τυχόν σχηματίστηκαν χωρίς τη θέληση του (ιδιωτικές οδούς, πλατείες κ.λπ.), ή δεν τους σχημάτισε ούτε τους αναγνώρισε, αλλά επιδιώκει το σχηματισμό ή την αναγνώρισή τους με τη μεταβίβαση αυτή. Στην έννοια του σχηματισμού κοινόχρηστων χώρων περιλαμβάνεται ο περιορισμός ή η παραίτηση δικαιωμάτων στα παραπάνω γήπεδα που γίνεται με οποιονδήποτε τρόπο, με ιδιωτική πρωτοβουλία ή συμφωνία, με σκοπό τον άμεσο ή έμμεσο σχηματισμό των χώρων αυτών. Κάθε μεταβίβαση της κυριότητας που γίνεται κατά παράβαση των παραπάνω διατάξεων είναι αυτοδικαίως άκυρη. Η διάταξη αυτή περί ακυρότητας ισχύει και αν ακόμη δεν έχει γίνει σε κάποια επίσημη πράξη σαφής μνεία του σχηματισμού των παραπάνω κοινόχρηστων χώρων, αλλά εμμέσως προκύπτει από τις μεταβιβάσεις που έγιναν ότι αυτές έχουν σκοπό το σχηματισμό των χώρων αυτών και εν γένει την εφαρμογή ιδιωτικού σχεδίου ρυμοτομίας. 2. Για τα εντός των εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων γήπεδα επιτρέπεται, με ορισμένες προϋποθέσεις και όρους, η παρέκκλιση από τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου μέχρι οποιοδήποτε βαθμό. Τα σχετικά με την παρέκκλιση και τις προϋποθέσεις και όρους αυτής κανονίζονται με π. δ/τα, που εκδίδονται μετά από σύμφωνη γνώμη του ΚΣΧΟΠ εφάπαξ για κάθε πόλη, κώμη κλπ. ή για κάθε τμήμα τους ή και για κάθε ειδική περίπτωση. 3. Οι διατάξεις της παραγράφου 1 δεν ισχύουν προκειμένου περί γηπέδων που καλλιεργούνται και βρίσκονται εκτός των εγκεκριμένων σχεδίων πόλεων, στα οποία σχηματίζονται ιδιωτικές οδοί για μεταφορά των προϊόντων, εφόσον εκ των πραγμάτων προκύπτει ότι ο σχηματισμός τους έχει σκοπό μόνο τη μεταφορά αυτή και όχι την εφαρμογή ιδιωτικού σχεδίου ρυμοτομίας και τη βάσει αυτού κατάτμηση των γηπέδων σε μικρά τμήματα. Επίσης δεν ισχύουν οι διατάξεις της ίδιας παρ. 1: α) για κάθε περαιτέρω μεταβίβαση της κυριότητας γηπέδων, των οποίων έχει ήδη αυτή μεταβιβαστεί κατά παράβαση των διατάξεων της παραπάνω παραγράφου, πριν από την ημερομηνία που ορίζεται στην παρ. 5, εφόσον δεν επέρχεται αύξηση της επιφάνειας των κοινόχρηστων χώρων που σχηματίστηκαν με ιδιωτική πρωτοβουλία πριν την ημερομηνία αυτή, και β) ... 4. Ο Υπουργός Περιβάλλοντος, Χωροταξία και Δημοσίων Έργων αποφαίνεται ύστερα από γνώμη του ΚΣΧΟΠ για την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος άρθρου, αν η μεταβίβαση της κυριότητας γηπέδου έγινε με σκοπό το σχηματισμό σε αυτό κοινόχρηστων χώρων και εν γένει την εφαρμογή ιδιωτικού σχεδίου ρυμοτομίας ή για απλή μεταφορά προϊόντων, αν έχει γίνει ή όχι αύξηση της έκτασης των κοινόχρηστων αυτών χώρων και ποια είναι η θέση και η έκταση αυτών και ειδικότερα πότε υπάρχει περίπτωση εφαρμογής των εξαιρέσεων α και β της προηγούμενης παραγράφου. Σε περίπτωση ενστάσεων των ενδιαφερομένων ο Υπουργός μπορεί να αναθεωρήσει την αρχική απόφαση του μόνο μια φορά. Περίληψη των παραπάνω αποφάσεων του Υπουργού και της σχετικής γνωμοδότησης του ΚΣΧΟΠ δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 5. Οι απαγορεύσεις του άρθρου αυτού ισχύουν από την 1.6.1924, εκτός από αυτές που αφορούν σε γήπεδα που βρίσκονται εκτός των πόλεων, κωμών κ.λπ. και εκποιούνται με βάση μη εγκεκριμένα σχέδια οικισμών, για τα οποία οι απαγορεύσεις ισχύουν από την 1.3.1924”. Τέλος, το άρθρο 412 του Κ.Β.Π.Ν., το οποίο αποδίδει το άρθρο 1 παρ. 1 του ν. 1448/1950 (Α΄ 153), ορίζει ότι: “Η ακυρότητα των πράξεων μεταβίβασης ακινήτων που γίνονται κατά παράβαση των διατάξεων των άρθρων 410 και 411 είναι απόλυτη. Η ακυρότητα αυτή αίρεται αναδρομικά από την έκδοση της διοικητικής πράξης για την επέκταση του σχεδίου πόλης σύμφωνα με το άρθρο 410 ή για την έγκριση κοινόχρηστων χώρων που σχηματίστηκαν ή που αναγνωρίστηκαν ότι έχουν σχηματιστεί ή που επιδιώχτηκε να σχηματιστούν κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 411 είτε σύμφωνα με την πρόβλεψη που έγινε γι’ αυτούς είτε με άλλο τρόπο (έγκριση ή επέκταση του σχεδίου στην περιοχή που βρίσκονται ή μεμονωμένη έγκριση των χώρων, εάν βρίσκονται μέσα στα πολεοδομικά σχέδια όπως έχουν, ή με διαφορετική διάταξη ή υπό όρους)”. Όπως έχει κριθεί, με τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 411 του Κ.Β.Π.Ν. (άρθρο 20 του ν.δ. της 17.7-16.8.1923), οι οποίες αποσκοπούν στην εξασφάλιση του αναγκαίου κρατικού ελέγχου επί του πολεοδομικού σχεδιασμού και της δόμησης εν γένει, και, ειδικότερα, στην παρεμπόδιση της δημιουργίας ιδιωτικών σχεδίων ρυμοτομίας, απαγορεύθηκε, κατ’ αρχήν, από τη θέση τους σε ισχύ και εφεξής, η καθ’ οιονδήποτε τρόπο δημιουργία οδών ή άλλων κοινοχρήστων χώρων με ιδιωτική βούληση (βλ. ΣτΕ 748/2014, 1828/2008 7μ., 3180/2008, 966/2006, 2521/ 2000 7μ., 1352/1991, Π.Ε. 148/2008). Ενόψει δε της διατυπώσεως και του σκοπού τους, οι διατάξεις αυτές εφαρμόζονται επί περιοχών ευρισκομένων είτε εντός είτε εκτός σχεδίου (βλ. ΣτΕ 2521/2000 7μ., 749/2014). Επιτρέπεται πάντως, κατά παρέκκλιση από την προαναφερθείσα απαγόρευση, η αναγνώριση από τη Διοίκηση, κατά τη διαδικασία της παραγράφου 4 του ανωτέρω άρθρου, κοινοχρήστων χώρων ως σχηματισθέντων από ιδιώτες προ της θέσεως σε ισχύ των εν λόγω απαγορευτικών διατάξεων διάταγμα (ΣτΕ 2521/2000 7μ., 749/2014 ).

12. Επειδή, όπως έχει κριθεί, ενώ οι ως άνω διατάξεις του ν. 3155/1955 και του π.δ. τη 24-
31.5.1985 θεσπίζουν ειδική διαδικασία για την κήρυξη και τον καθορισμό των εθνικών και επαρχιακών οδών, δεν προβλέπουν διαδικασία “χαρακτηρισμού” οδών ως δημοτικών ή κοινοτικών (και αγροτικών – οι οποίες, πάντως, αποτελούν ιδιαίτερη κατηγορία και δεν καθιστούν οικοδομήσιμα τα γήπεδα, ΣτΕ 4046/2015 7μ., σκ, 28, πλην όσον αφορά ορισμένα ειδικά κτίρια, βλ. άρθρο 1 παρ. 1 περ. α΄ του π. δ/τος της 24-31.5.1985, όπως ισχύει) (ΣτΕ 4391/2009, 2604/2008, 4242/1996, 1652/2004, 2101-2/1987 7μ. κ.ά.). Ενόψει τούτων είχε γίνει δεκτό ότι η ύπαρξη δημοτικής ή κοινοτικής (και αγροτικής) οδού είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται παρεμπιπτόντως από την αρμόδια για την έκδοση οικοδομικής άδειας πολεοδομική υπηρεσία, επιφυλασσομένου του δικαιώματος των ιδιοκτητών των ακινήτων, οι οποίοι θίγονται από την σχετική κρίση, να προσφύγουν στα πολιτικά δικαστήρια προς προστασία των δικαιωμάτων τους (ΣτΕ 3174/2009, 1603, 2604/2008, 1652/2004, 4242/1996, 2101-2/1987 7μ.). Όμως, δεδομένου ότι α) εκ του Συντάγματος προκύπτει, κατά τα εκτεθέντα, υποχρέωση συνολικού σχεδιασμού του οδικού δικτύου, ο οποίος πρέπει να εξειδικεύεται μέχρι το επίπεδο δήμου ή κοινότητας και β) η αναγνώριση, κατάργηση κλπ. δημοτικής ή κοινοτικής οδού έχει σοβαρές συνέπειες, μεταξύ άλλων, ως προς τη δόμηση των παρόδιων ακινήτων και την πολεοδομική και χωροταξική διαρρύθμιση της περιοχής, η επίλυση του ζητήματος της ύπαρξης ή μη δημοτικής ή κοινοτικής οδού δεν μπορεί να επιλύεται κατά περίπτωση, επ’ ευκαιρία συγκεκριμένης υπόθεσης, με κίνδυνο έκδοσης αποσπασματικών και αντιφατικών αποφάσεων, αλλά πρέπει να τέμνεται εγκύρως με την έκδοση πολιτειακής πράξης ανεξαρτήτως του χαρακτήρα της οδού. Διαφορετικό δε είναι το ζήτημα της τυχόν ύπαρξης ιδιωτικών δικαιωμάτων, για τα οποία αρμόδια είναι τα πολιτικά δικαστήρια. Ειδικότερα, η εν λόγω ρύθμιση, δεδομένου ότι συνιστά άσκηση αρμοδιότητας πολεοδομικού σχεδιασμού που δεν έχει εντοπισμένο χαρακτήρα (ΣτΕ 1671, 2790/2014), μπορεί να ενεργείται το πρώτον α) είτε με π.δ. καθορισμού του οδικού δικτύου επιπέδου τουλάχιστον Ο.Τ.Α., κατ’ αναλογία των ισχυόντων επί αναγνωρίσεως εθνικών επαρχιακών οδών (βλ. άρθρα 2 παρ. 3 και 3 παρ. 2 του ν. 3155/1955, αντιστοίχως), εν συνεχεία δε προκειμένου περί εντετοπισμένων ρυθμίσεων, με πράξη του αρμόδιου για τον πολεοδομικό σχεδιασμό οργάνου, πλην αν πρόκειται περί προστατευόμενων περιοχών, οπότε απαιτείται π.δ. κατά τα εκτεθέντα, είτε β) με την ενσωμάτωσή της σε ευρύτερο σχεδιασμό, θεσπιζόμενο με πράξη του αρμόδιου κρατικού οργάνου (πρβλ. ΣτΕ 878/2012). Πάντως, μέχρι την κατά τα ανωτέρω ολοκλήρωση του συνολικού σχεδιασμού του οδικού δικτύου, η οποία πρέπει να λάβει χώρα εντός ευλόγου χρόνου, είναι ανεκτή η κατά περίπτωση αναγνώριση δημοτικών κλπ. οδών με πράξη του κατά περίπτωση αρμόδιου οργάνου πολεοδομικού σχεδιασμού, κατά τις διακρίσεις του ν. 2831/2000 και σύμφωνα με τα κριθέντα με την απόφαση 3661/2005 Ολομ. του Δικαστηρίου. Τέλος, κατά το αυτό μεταβατικό διάστημα, ειδικές αρμοδιότητες εξακολουθούν να ασκούνται κατά τα προβλεπόμενα στις οικείες διατάξεις, όπως λ.χ. η αρμοδιότητα αναγνώρισης δημοτικής ή κοινοτικής οδού κατ’ άρθρο 162 παρ. 1 του ΚΒΠΝ (1 του π. δ/τος της 24-31.5.1985), ασκούμενη με την έκδοση πράξης του, κατά τις αμέσως ανωτέρω διακρίσεις, αρμόδιου κατά περίπτωση κρατικού οργάνου, ανάλογα με το αντικείμενο και το εύρος εφαρμογής της, καθώς και η αρμοδιότητα του άρθρου 20 του ν. δ/τος της 17.7.1923, η οποία ασκείται με πράξη του αρμόδιου Υπουργού (ΣτΕ 665/2018 7μ.).

13. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, ιδιοκτήτης κατέθεσε στην Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση .. την από 18.3.2009 αίτηση για την αναγνώριση της αγροτικής οδού που διέρχεται δυτικά αγροτεμαχίου φερομένου ως ιδιοκτησίας του ιδίου στη θέση “…”, στην εκτός σχεδίου περιοχή του Δημοτικού Διαμερίσματος … του Δήμου …., ως προϋφιστάμενης του έτους 1923. Η αρχή της οδού αυτής, σύμφωνα με τα στοιχεία που προσκόμισε ο ανωτέρω, βρίσκεται εντός των ορίων του οικισμού .. του Δήμου ….και η κατάληξή της στο δημοτικό (πρώην κοινοτικό) πηγάδι. Η Διεύθυνση ΧΩ.ΠΟ.ΠΕ. της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης .., αφού έλαβε υπόψη της τα στοιχεία που προσκόμισε ο ανωτέρω ενδιαφερόμενος, μεταξύ δε αυτών τεχνική έκθεση πολιτικού μηχανικού, φωτογραφίες στις οποίες απεικονίζεται η οδός με τη σημερινή της μορφή, συμβολαιογραφικές πράξεις που αφορούν όμορες ιδιοκτησίες χρονολογούμενες από το έτος 1888 έως το 1965, το υπ’ αριθ. …./20.12.1990 συμβόλαιο διανομής ακινήτων με το συνοδευτικό αυτού διάγραμμα που αφορά όμορη ιδιοκτησία, καθώς και Α/Φ της περιοχής του έτους 1945, στην οποία υποδεικνύεται από τον ανωτέρω μηχανικό η θέση της οδού και του φρέατος, εισηγήθηκε υπέρ της αναγνώρισης της οδού ως προϋφιστάμενης του έτους 1923 από το όριο του οικισμού …έως τη θέση του δημοτικού (πρώην κοινοτικού) φρέατος. Στη συνέχεια εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 2719/28.6.2010 απόφαση του Νομάρχη , η οποία δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 12.7.2010 (τ.Α.Α.Π. 270). Η απόφαση επικαλείται στο προοίμιό της τις διατάξεις της παρ. 4 του άρθρου 20 του ν. δ/τος της 17.7.1923 και του άρθρου 10 του ν. 3212/2003. Κατά της απόφασης αυτής η αιτούσα άσκησε προσφυγή, ισχυριζόμενη ότι δυνάμει του υπ’ αριθ. …./20.12.1990 συμβολαίου διανομής ακινήτων συμβολαιογράφου ….. είναι συγκύρια, συννομέας και συγκάτοχος κατά ποσοστό 105/720 εξ αδιαιρέτου της επίμαχης αγροτικής οδού, η οποία ως εκ τούτου δεν είναι κοινόχρηστη. Η προσφυγή κατατέθηκε στο πρωτόκολλο της Περιφέρειας … στις 18.10.2008 (αρ. πρωτ. ../17368). Με το υπ’ αριθ. …/23.12.2010 έγγραφό του ο Γενικός Γραμματέας Περιφέρειας .. ενημέρωσε την αιτούσα ότι η προσφυγή της δεν εξετάστηκε εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των εξήντα (60) ημερών και, συνεπώς, θεωρείται ως σιωπηρώς απορριφθείσα, εν πάση δε περιπτώσει, είχε ασκηθεί εκπροθέσμως μετά την πάροδο 30 ημερών από τη δημοσίευση της νομαρχιακής απόφασης στην ΕτΚ.

14. Επειδή, όπως προκύπτει από το εκτεθέν ιστορικό, ο Νομάρχης, ως όργανο οργανισμού τοπικής αυτοδιοίκησης β΄ βαθμού (της νομαρχιακής αυτοδιοίκησης), αποφάσισε την αναγνώριση αγροτικής οδού ως προϋφισταμένης του έτους 1923, κατ` επίκληση και κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων της παρ. 4 του άρθρου 20 του ν. δ/τος της 17.7.1923 και του άρθρου 10 του ν. 3212/2003, δηλαδή, με σκοπό να προσδώσει στην οδό αυτή τον χαρακτήρα κοινόχρηστου δρόμου, ο οποίος θα καταστήσει δομήσιμα τα οικόπεδα που έχουν πρόσωπο στον κοινόχρηστο αυτό χώρο, κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 1 περ. α΄ του π. δ/τος της 24-31.5.1985, όπως η περ. α΄ αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 3212/2003. Με τα δεδομένα, όμως αυτά, ο Νομάρχης αναρμοδίως προέβη στην αναγνώριση της επίδικης οδού ως ως προϋφισταμένης του έτους 1923, διότι η σχετική αρμοδιότητα πρέπει να ασκείται, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα, με πράξη του αρμόδιου για τον πολεοδομικό και χωροταξικό σχεδιασμό κρατικού οργάνου. Επομένως, για τον λόγο αυτόν, η κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως πρέπει να γίνει δεκτή, να ακυρωθούν η προσβαλλόμενη νομαρχιακή απόφαση, όπως και η σιωπηρή απόρριψη από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας της … της από 18.10.2010 προσφυγής της αιτούσας κατά της ως άνω νομαρχιακής απόφασης και να απορριφθεί η παρέμβαση.

1503/2018 ΣΤΕ ( 745235)

(Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
Διοικητική εκτέλεση. Ταμειακή βεβαίωση οφειλής του ΕΟΤ από φόρο 1% επί των εσόδων του από την εκμετάλλευση των επιχειρηματικών μονάδων αυτού. Κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 6 του άρθρου 39 του ν. 3105/2003, εκδόθηκε η 1076163/5399/ΔΕ-Β΄/2004 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία καθορίσθηκαν οι διαδικασίες ελέγχου και βεβαίωσης, προκειμένου να εξευρεθεί και βεβαιωθεί ο φόρος 1%. Η απόφαση αυτή έχει κανονιστικό χαρακτήρα και έπρεπε να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. Λόγω της μη δημοσίευσής της η απόφαση είναι ανυπόστατη και όλες οι πράξεις που εκδόθηκαν με βάση αυτή είναι άκυρες. Ορθά ακυρώθηκε η πράξη ταμειακής βεβαίωσης του ένδικου φόρου. Η αναίρεση ασκήθηκε παραδεκτά κατά το άρθρο 12 παρ. 1 του ν.3900/2010, λόγω έλλειψης νομολογίας επί του ανωτέρω νομικού ζητήματος. Απορρίπτεται η αναίρεση (επικυρώνει την αριθμ. 2209/2012 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών)

Αριθμός 1503/2018

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΤΜΗΜΑ Στ΄

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 23 Ιανουαρίου 2017, με την εξής σύνθεση: Χρ. Ράμμος, Αντιπρόεδρος, Πρόεδρος του Στ΄ Τμήματος, Μ. Παπαδοπούλου, Ελ. Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Φρ. Γιαννακού, Κ. Κατρά, Πάρεδροι. Γραμματέας η Ελ. Γκίκα, Γραμματέας του Στ΄ Τμήματος.

Για να δικάσει την από 23 Δεκεμβρίου 2013 αίτηση:

του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο παρέστη με την Ιωάννα Ρουσσιά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους,

κατά των: 1. ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Τουριστικής Ανάπτυξης Α.Ε.» και ήδη Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου Α.Ε. (ΕΤ.Α.Δ. Α.Ε.), που εδρεύει στην Αθήνα (....…), η οποία παρέστη με τον δικηγόρο Παναγιώτη Παππά (Α.Μ. … Δ.Σ. Πειραιά), που τον διόρισε με πληρεξούσιο και 2. ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού» (Ε.Ο.Τ.), που εδρεύει στην Αθήνα (..…), το οποίο παρέστη με τη δικηγόρο Βασιλική Καμίτση (Α.Μ. ....), που τη διόρισε με πληρεξούσιο.

Με την αίτηση αυτή το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο επιδιώκει να αναιρεθεί η υπ’ αριθμ. 2209/2012 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών.

Οι πληρεξούσιοι των διαδίκων δήλωσαν, σύμφωνα με τις διατάξεις της παρ. 2 του άρθρου 21 του Κανονισμού Λειτουργίας του Δικαστηρίου, ότι δεν θα αγορεύσουν.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως της εισηγήτριας, Συμβούλου Ελ. Παπαδημητρίου.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο ν Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης δεν απαιτείται η καταβολή παραβόλου.

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η αναίρεση της 2209/2012 απόφασης του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε έφεση του ήδη αναιρεσείοντος κατά της 3160/2010 απόφασης του Μονομελούς Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών. Με την τελευταία αυτή απόφαση έγινε δεκτή ανακοπή της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία «Εταιρία Τουριστικής Ανάπτυξης Α.Ε.» και ακυρώθηκε η ……./11.10.2005 πράξη ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δημόσιας Οικονομικής Υπηρεσίας (ΔΟΥ) ΦΑΕΕ ……, με την οποία είχε βεβαιωθεί ταμειακώς σε βάρος της ανωτέρω ανώνυμης εταιρείας, ποσό 2.126.991, 45 ευρώ. Το εν λόγω ποσό φέρεται να αντιστοιχεί στην οφειλή του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (ΕΟΤ) που απέμεινε, μετά την αφαίρεση από τον βεβαιωθέντα σε βάρος αυτού φόρο, ποσοστού 1% επί των εσόδων εκμετάλλευσης των επιχειρηματικών μονάδων του, κατά τις τελευταίες δώδεκα χρήσεις (1988 μέχρι 3.8.2000), απαιτήσεών του από την εκ μέρους του εκμετάλλευση των εν λόγω μονάδων, που μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία είχαν βεβαιωθεί στις ΔΟΥ κατά τις διατάξεις του άρθρου 39 παρ. 6 του ν. 3105/2003 (Α΄ 29) και της 1076163/5399/ΔΕ-Β΄/23.9.2004 απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών.

3. Επειδή, ο Ελληνικός Οργανισμός Τουρισμού (ΕΟΤ), ως αρχικός φορέας των φορολογικών οφειλών και βεβαιωμένων απαιτήσεων, από το συμψηφισμό των οποίων φέρεται να προέκυψε το βεβαιωθέν σε βάρος της πρώτης αναιρεσίβλητης ποσό, έγινε δεκτός από το δικάσαν Διοικητικό Πρωτοδικείο ως προσθέτως παρεμβαίνων υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. Το ζήτημα δε του παραδεκτού της πρόσθετης παρέμβασης αυτού ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου, κατά το άρθρο 223 του Κώδικα Διοικητικής Δικονομίας, που ήταν ερευνητέο αρχικά από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και, ακολούθως, από το διοικητικό εφετείο, δεν μπορεί να ελεγχθεί αυτεπαγγέλτως κατ’ αναίρεση. Περαιτέρω, όμως, ο ανωτέρω Οργανισμός, ο οποίος ήταν προσθέτως παρεμβαίνων υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου και ηττηθείς διάδικος πρωτοδίκως, στην κατ’ έφεση δίκη, όπου φέρεται ως εφεσίβλητος (καίτοι δυνάμενος ενδεχομένως να ασκήσει αυτοτελή έφεση ή να ομοδικήσει με το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο), δεν παρέστη. Κατά συνέπεια, δεν νομιμοποιείται παθητικώς στην παρούσα δίκη.

4. Επειδή, με το άρθρο 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010 (Α? 213), που άρχισε να ισχύει, κατά το άρθρο 70 του ίδιου νόμου, από 1.1.2011, αντικαταστάθηκαν οι παράγραφοι 3 και 4 του άρθρου 53 του π.δ. 18/1989 (Α? 8) ως εξής: «3. Η αίτηση αναιρέσεως επιτρέπεται μόνον όταν προβάλλεται από τον διάδικο με συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιέχονται στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή ότι υπάρχει αντίθεση της προσβαλλομένης αποφάσεως προς τη νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου είτε προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου... 4. Δεν επιτρέπεται η άσκηση αιτήσεως αναιρέσεως, όταν το ποσό της διαφοράς που άγεται ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας είναι κατώτερο από σαράντα χιλιάδες ευρώ... Ειδικώς στις διαφορές από διοικητικές συμβάσεις, το όριο αυτό ορίζεται στις διακόσιες χιλιάδες ευρώ...». Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, για το παραδεκτό της άσκησης αίτησης αναίρεσης, απαιτείται η συνδρομή των προϋποθέσεων και των δύο παραγράφων, δηλαδή και το ποσό της διαφοράς (σύμφωνα με την παράγραφο 4) να μην είναι κατώτερο των σαράντα χιλιάδων ευρώ ή επί διαφορών από διοικητικές συμβάσεις των διακοσίων χιλιάδων ευρώ και η συνδρομή των αναφερομένων στην παράγραφο 3 προϋποθέσεων (βλ.ΣτΕ 1534/2016, 1987/2015 επταμ., 856/2013 επταμ., 1873-
1875/2012 επταμ., 2830-2/2015, 443/2015, 4231/2014 κ.ά). Ειδικότερα, κατά την έννοια της πρώτης των ανωτέρω διατάξεων, ο αναιρεσείων βαρύνεται, επί ποινή ολικού ή μερικού απαραδέκτου της αιτήσεώς του, να τεκμηριώσει με ειδικούς και συγκεκριμένους ισχυρισμούς που περιλαμβάνει στο εισαγωγικό δικόγραφο ότι με καθένα από τους προβαλλόμενους λόγους τίθεται συγκεκριμένο νομικό ζήτημα, κρίσιμο για την επίλυση της διαφοράς, επί του οποίου είτε δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας είτε οι σχετικές κρίσεις και παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης έρχονται σε αντίθεση με μη ανατραπείσα νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας ή άλλου ανωτάτου δικαστηρίου ή, ελλείψει αυτών, προς ανέκκλητη απόφαση διοικητικού δικαστηρίου. Ως τέτοια δε νομολογία νοείται η διαμορφωθείσα επί αυτού τούτου του κρίσιμου νομικού ζητήματος και όχι επί ανάλογου ή παρόμοιου (βλ. ΣτΕ 4163/2012 7μ., 2112/2016, 2107/2016, 892/2015 3578/2013, κ.ά.).

5. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση κατετέθη στη Γραμματεία του εκδόντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Διοικητικού Εφετείου Αθηνών στις 23-12-2013 και επομένως, εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 12 παρ. 1 του ν. 3900/2010. Το ποσό της επίδικης διαφοράς ανερχόμενο σε 2.126.991,45 ευρώ είναι ανώτερο του προβλεπόμενου νομίμου ορίου (40.000 ευρώ). Προς θεμελίωση του παραδεκτού της κρινόμενης αίτησης το αναιρεσείον προβάλλει ότι δεν υπάρχει νομολογία του Συμβουλίου της Επικρατείας επί του νομικού ζητήματος που τίθεται εν προκειμένω και το οποίο συνίσταται στο «εάν η κατ’ εξουσιοδότηση της παρ. 6 του άρθρου 39 του ν. 3105/2003 ... εκδοθείσα υπ’ αρ. 1076163/5399/ΔΕ-Β/23-9-2004 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών έχει χαρακτήρα κανονιστικής ή ατομικής διοικητικής πράξης». Ο ισχυρισμός αυτός είναι βάσιμος, διότι πράγματι δεν υπάρχει νομολογία επί του νομικού ζητήματος της φύσης της ως άνω υπουργικής απόφασης. Κατά συνέπεια, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ασκείται παραδεκτώς και πρέπει να εξεταστεί ως προς τον προβαλλόμενο με την κρινόμενη αίτηση μοναδικό λόγο αναίρεσης.

6. Επειδή, με την παρ. 1 του άρθρου 12 του ν. 2636/1998 (Α΄ 198) συνεστήθη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία «Ανώνυμη Εταιρία Αξιοποίησης Περιουσίας Ε.Ο.Τ.», η οποία μετονομάστηκε με την παρ. 4 του άρθρου 9 του ν. 2873/2000 (Α΄ 178) σε «Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Ανώνυμη Εταιρία» και εν συνεχεία σε «Εταιρία Τουριστικής Ανάπτυξης Α.Ε.» (ΕΤΑ ΑΕ) με την παρ. 1 περ. δ΄ του άρθρου 2 του ν. 3270/2004 (Α΄ 187). Με τις επόμενες παραγράφους του ίδιου ως άνω άρθρου 12 (του ν. 2636/1998), όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο έκδοσης της επίδικης βεβαίωσης (11-
10-2005) οριζόταν ότι: «2. Η εταιρία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας και διέπεται από τις διατάξεις του νόμου αυτού και συμπληρωματικώς από τις διατάξεις του Κ.Ν. 2190/1920. 3. Η διάρκεια της εταιρίας είναι ενενήντα εννέα (99) έτη από την έναρξη ισχύος του παρόντος...». Στο άρθρο 13 του ιδίου νόμου, όπως το εν λόγω άρθρο ίσχυε κατά τον ως άνω κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο, οριζόταν ότι: «1. α) Σκοπός της εταιρίας είναι η διοίκηση, η διαχείριση και η αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του Ε.Ο.Τ. β) Η εταιρία έχει αυτοδικαίως, από την έναρξη ισχύος της παρούσας διάταξης, τη διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων του Ε.Ο.Τ., όπως προσδιορίζονται στο παρόν άρθρο, δικαιούμενη να ενεργεί κάθε πράξη διαχειρίσεως και διαθέσεως για δικό της λογαριασμό και στο όνομά της. γ) Ο κινητός εξοπλισμός όλων των επιχειρηματικών μονάδων, των οποίων η εταιρία έχει κατά τα ανωτέρω τη διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση περιέρχεται σε αυτήν κατά κυριότητα χωρίς αντάλλαγμα και λογιστική αξία. 2. Ως περιουσία του Ε.Ο.Τ. κατά την έννοια του παρόντος νοούνται τα εξής περιουσιακά στοιχεία αυτού: ... 3. Ως επιχειρηματικές μονάδες του Ε.Ο.Τ νοούνται οι τουριστικές μονάδες αυτού και ιδίως οι ξενοδοχειακές μονάδες και οι μονάδες των ιαματικών πηγών, ... και εγκαταστάσεων εν γένει και μέσων τουριστικής εξυπηρέτησης κάθε φύσης, οι οποίες ανήκουν κατά κυριότητα στον Ε.Ο,Τ. ή τίτλοι υπό τη διοίκηση και διαχείριση αυτού ή έχουν μισθώσει από αυτόν ή βρίσκονται στην εκμετάλλευσή του με οποιαδήποτε άλλη νομική μορφή. 4. Τα περιουσιακά στοιχεία που προορίζονται για άμεση χρήση από τις υπηρεσίες του Ε.Ο.Τ. και οι πόροι του εδαφίου β΄ της παραγράφου 2 του παρόντος άρθρου δεν υπάγονται στη διοίκηση, διαχείριση και εκμετάλλευση της εταιρίας. 5. Για την επίτευξη του σκοπού της, η εταιρία μπορεί να ασκεί οποιαδήποτε πράξη ή δραστηριότητα και ιδίως: ...». Στον αυτόν νόμο (2636/1998) προβλέφθηκε επιπλέον ότι μεταξύ των πόρων της εταιρίας είναι και τα έσοδα από τη διοίκηση, διαχείριση και αξιοποίηση της περιουσίας και των επιχειρηματικών μονάδων που εκμεταλλεύεται (άρθρο 16 του ν. 2636/1998, ως ίσχυε κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω χρόνο), ενώ ορίσθηκε ότι η εταιρία απολαμβάνει των προνομίων του ΕΟΤ και οι απαιτήσεις αυτής κατά των τρίτων βεβαιώνονται και εισπράττονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων – ΚΕΔΕ (άρθρο 19 του ν. 2636/1998). Με το άρθρα 9 παρ. 16 του ν. 2837/2000 (Α΄ 178) προστέθηκαν, μεταξύ άλλων, παρ. 6 και 7 στο άρθρο 23 του ως άνω ν. 2636/1998, ως εξής: «... 6. Οποιαδήποτε οφειλή του Ε.Ο.Τ. προς το Δημόσιο, Ασφαλιστικούς Οργανισμούς Κύριας και Επικουρικής Ασφάλισης, Ν.Π.Δ.Δ. και Οργανισμούς Κοινής Ωφελείας που έχει δημιουργηθεί από τις εκμεταλλεύσεις των επιχειρηματικών μονάδων του, αναλαμβάνεται και εξοφλείται από την εταιρία. Οι καθυστερούμενες ασφαλιστικές εισφορές του Ε.Ο.Τ. και των επιχειρηματικών μονάδων αυτού μέχρι την ανάληψη της διοίκησης και διαχείρισης αυτών από την Ανώνυμη Εταιρία Αξιοποίησης Περιουσίας Ε.Ο.Τ. προς το Ι.Κ.Α. και τους οργανισμούς, ταμεία και λογαριασμούς των οποίων οι εισφορές συνεισπράττονται από αυτό (για κύρια και επικουρική ασφάλιση), μαζί με τα πρόσθετα τέλη, τόκους και λοιπές προσαυξήσεις και επιβαρύνσεις μέχρι την ίδια ως άνω ημερομηνία κεφαλαιοποιούνται. Επί της ως άνω κεφαλαιοποιημένης οφειλής καταβάλλεται ως προκαταβολή ποσοστό 10%, κατά την ημερομηνία υπαγωγής στη ρύθμιση και όχι πέραν του τέλους του επόμενου μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος, το δε υπόλοιπο ποσό της οφειλής εξοφλείται σε 36 ισόποσες μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης από 1ης Νοεμβρίου 2000. Η αίτηση για το διακανονισμό πρέπει να υποβληθεί μέχρι το τέλος του επόμενου μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος. Οι λεπτομέρειες και ο τρόπος εξόφλησης των πιο πάνω οφειλών θα ρυθμιστούν με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. 7 [όπως η παρ. αυτή τροποποιήθηκε με το άρθρο 49 παρ. 10 του ν. 3220/2004 – Α΄ 15]. Απαιτήσεις και κάθε άλλο δικαίωμα από σύμβαση του Ελληνικού Οργανισμού Τουρισμού (Ε.Ο.Τ.), από περιουσιακά στοιχεία και επιχειρηματικές μονάδες του Ε.Ο.Τ., των οποίων η διοίκηση και διαχείριση έχει ανατεθεί στην “Ανώνυμη Εταιρία Αξιοποίησης Περιουσίας Ε.Ο.Τ.” κατά τις διατάξεις του άρθρου 13 παρ. 6 του ν. 2636/1998..., ανεξάρτητα από το χρόνο γενέσεως αυτών, εκχωρούνται αυτοδικαίως στην Ανώνυμη Εταιρία ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΤΟΥΡΙΣΤΙΚΑ ΑΚΙΝΗΤΑ». Εν συνεχεία, με το άρθρο 39 παρ. 6 του ν. 3105/2003 (Α΄ 29) προστέθηκε στο τέλος της ως άνω παρ. 6 του άρθρου 23 (όπως η παρ. αυτή είχε προστεθεί με την παρ. 16 του άρθρου 9 του ν. 2837/2000) εδάφιο ως εξής: «Κάθε τυχόν υφιστάμενη φορολογική υποχρέωση του Ε.Ο.Τ., περιλαμβανομένων τυχόν προσαυξήσεων και κυρώσεων, προερχόμενη από τη δραστηριότητα των επιχειρηματικών μονάδων του κατά τις τελευταίες δώδεκα χρήσεις μέχρι 3.8.2000, εξαντλείται με τη βεβαίωση φόρου ίσου προς ένα τοις εκατό (1%) επί των εσόδων εκμετάλλευσης των ως άνω χρήσεων. Με τη βεβαίωση του άνω φόρου όλες οι εκκρεμείς φορολογικές υποθέσεις του Ε.Ο.Τ. θεωρούνται περαιωμένες. Οι μέχρι την ανωτέρω ημερομηνία βεβαιωθείσες στη Δ.Ο.Υ. απαιτήσεις του Ε.Ο.Τ. που προέρχονται από την εκ μέρους του εκμετάλλευση των ως άνω επιχειρηματικών μονάδων, εκχωρούνται αυτοδικαίως στο Δημόσιο και συμψηφίζονται προς ισόποσες απαιτήσεις του Δημοσίου από τον βεβαιωθέντα κατά τα ανωτέρω φόρο. Τυχόν υπόλοιπο οφειλής του Ε.Ο.Τ. εξοφλείται από την “Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε.” σε τριάντα έξι ισόποσες μηνιαίες δόσεις. Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται όλες οι σχετικές διαδικασίες ελέγχου και βεβαιώσεων του άνω φόρου και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια».

7. Επειδή, κατ’ επίκληση της ανωτέρω διάταξης της παρ. 6 του άρθρου 39 του ν. 3105/2003, με την οποία συμπληρώθηκε η παρ. 6 του άρθρου 23 του ν. 2636/1998, που είχε προστεθεί με την παρ. 16 του άρθρου 9 του ν. 2873/2000, εκδόθηκε η 1076163/5399/ΔΕ-Β΄/23.9.2004 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών «Καθορισμός διαδικασιών ελέγχου για την περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων του Ε.Ο.Τ. βάσει των διατάξεων της παρ. 6 του άρθρου 39 του ν. 3105/2003», στην οποία ορίζονται τα εξής: «Έχοντας υπόψη: 1. Τις διατάξεις της παραγράφου 6 του άρθρου 39 του ν. 3105/2003... 3. Την ανάγκη καθορισμού διαδικασιών φορολογικού ελέγχου στον Ε.Ο.Τ. ... 5. Το γεγονός ότι από τις διατάξεις της απόφασης αυτής δεν προκαλείται δαπάνη σε βάρος του Κρατικού Προϋπολογισμού... Καθορίζουμε τις διαδικασίες ελέγχου και βεβαίωσης, προκειμένου να εξευρεθεί και βεβαιωθεί ο φόρος 1%, που ορίζεται με την παράγρφο 6 του άρθρου 39 του ν. 3105/03, επί των εσόδων εκμετάλλευσης που προέρχεται από τη δραστηριότητα των επιχειρηματικών μονάδων του Ε.Ο.Τ. κατά τις τελευταίες δώδεκα (12) χρήσεις μέχρι 3.8.2000, ως ακολούθως: Άρθρο 1. “Διαδικασίες ελέγχου και περαίωσης”. 1. Το ποσό του βεβαιωτέου φόρου εξευρίσκεται με πολλαπλασιασμό του συνόλου των εσόδων εκμετάλλευσης ανά χρήση επί 1%, όπως τα έσοδα αυτά προκύπτουν από τηρούμενα βιβλία και στοιχεία Κ.Β.Σ. και Κ.Φ.Σ., από στοιχεία υποβληθεισών δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος και λοιπών φορολογιών και γενικά από οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που μπορούν να εξευρεθούν αυτά, όπως οι ετήσιοι απολογισμοί του Ε.Ο.Τ. των ετών 1988 έως και 2000. 2. Για τις χρήσεις που δεν είναι δυνατή η εξεύρεση των εσόδων εκμετάλλευσης σύμφωνα με τα οριζόμενα στην προηγούμενη παράγραφο, τότε λαμβάνονται ως έσοδα εκμετάλλευσης τα μεγαλύτερα έσοδα από τις χρήσεις στις οποίες αυτά έχουν προσδιοριστεί κατά τα ανωτέρω οριζόμενα, προσαυξημένα κατά 20%. 3. Ο υπολογισμός του φόρου 1% θα γίνει ανεξάρτητα αν κάποια από τις παραπάνω χρήσεις έχει περαιωθεί ή παραγραφεί σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις. 4. Για τη βεβαίωση του φόρου θα εκδοθεί από την αρμόδια ελεγκτική υπηρεσία ενιαίο σημείωμα εκκαθάρισης και υπολογισμού του φόρου, στο οποίο θα αναφέρεται περιληπτικά ο τρόπος εξεύρεσης ή προσδιορισμού των εσόδων εκμετάλλευσης του Ε.Ο.Τ. ανά χρήση, καθώς και ο επ’ αυτών προκύπτων φόρος 1%, και το οποίο θα υπογράφεται από τον διενεργήσαντα ή τους διενεργήσαντες τον έλεγχο ελεγκτές, από τον επόπτη και προϊστάμενο της ελεγκτικής αρχής. Ακόμα, επί του ενιαίου σημειώματος εκκαθάρισης και υπολογισμού του φόρου θα συνταχθεί ξεχωριστά σχετικό πρακτικό περαίωσης, όπου θα αναγράφεται το συνολικό ποσό του προκύπτοντος φόρου των τελευταίων δώδεκα (12) χρήσεων μέχρι 3.8.2000, και το οποίο θα υπογράφεται από τον νόμιμο ή νομίμους εκπροσώπους του Ε.Ο.Τ. και από τον προϊστάμενο της αρμόδιας ελεγκτικής αρχής. Για το συνολικό ποσό του φόρου 1% θα συνταχθεί χρηματικός κατάλογος ο οποίος θα αποσταλεί στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.. 5. Με τη βεβαίωση του φόρου 1% εξαντλούνται οι πάσης φύσεως υφιστάμενες φορολογικές υποχρεώσεις του Ε.Ο.Τ. περιλαμβανομένων τυχόν προσαυξήσεων και κυρώσεων που προέρχονται από τη δραστηριότητα των επιχειρηματικών μονάδων κατά τις ως άνω χρήσεις. 6. Με την ολοκλήρωση της ανωτέρω διαδικασίας όλες οι εκκρεμείς φορολογικές υποθέσεις του Ε.Ο.Τ. περιλαμβανομένων τυχόν προσαυξήσεων και κυρώσεων που προέρχονται από τη δραστηριότητα των επιχειρηματικών μονάδων του κατά τις ως άνω χρήσεις. 6. Με την ολοκλήρωση της ανωτέρω διαδικασίας όλες οι εκκρεμείς φορολογικές υποθέσεις του Ε.Ο.Τ. για τις τελευταίες δώδεκα χρήσεις μέχρι 3.8.2000 θεωρούνται περαιωμένες. Άρθρο 2. “Διαδικασία εκχώρησης απαιτήσεων του ΕΟΤ υπέρ του Δημοσίου”. Ο ΕΟΤ υποχρεούται μέσα σε δύο μήνες από την έκδοση της απόφασης να συντάξει καταστάσεις στις οποίες θα περιέρχονται τα ποσά που έχουν αποσταλεί για βεβαίωση σε όλες τις Δ.Ο.Υ. της Χώρας με απαιτήσεις του από την εκμετάλλευση των επιχειρηματικών του μονάδων και οι οποίες οφείλονται μέχρι την ημερομηνία έκδοσης της απόφασης. Οι ανωτέρω καταστάσεις θα αποσταλούν στη Διεύθυνση Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, η οποία υποχρεούται να κοινοποιήσει άμεσα σε όλες τις Δ.Ο.Υ. και να ζητήσει τη διαπίστωση της ορθότητας των αναγραφομένων ποσών, καθώς και ότι δεν έχουν εισπραχθεί και οφείλονται υπέρ του ΕΟΤ. Το σύνολο των οφειλομένων υπέρ του ΕΟΤ ποσών της κατηγορίας αυτής εκχωρείται στο Δημόσιο και ως έσοδο του Κρατικού Προϋπολογισμού στον ΚΑΕ 2229. Το ποσό των ως άνω απαιτήσεων του ΕΟΤ που τελικά θα περιέλθει στο Δημόσιο αφαιρείται από το σύνολο του φόρου που θα προκύψει από τον φορολογικό έλεγχο. Άρθρο 3 Βεβαίωση και είσπραξη εναπομένοντος ποσού Το εναπομένον ποσό θα βεβαιωθεί σε βάρος της “Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα” και θα εξοφληθεί από την εταιρεία “Ελληνικά Τουριστικά Ακίνητα Α.Ε.”, σε τριάντα έξι ισόποσες μηνιαίες δόσεις, σύμφωνα με τις διατάξεις το ΚΕΔΕ. Σε περίπτωση που δεν προσκομιστούν τα αναγκαία στοιχεία από τον ΕΟΤ, εντός της αναγραφόμενης στην παράγραφο 1 του παρόντος προθεσμία, βεβαιώνεται ολόκληρο το ποσό που θα προκύψει από τον φορολογικό έλεγχο και η τακτοποίηση τόσο της εκχώρησης των απαιτήσεων του ΕΟΤ όσο και της μείωσης της βεβαίωσης, με διαγραφή, αντίστοιχου ποσού θα γίνει μεταγενέστερα». Η υπουργική αυτή απόφαση δεν δημοσιεύθηκε σε τεύχος της Εφημερίδας της Κυβερνήσεως, διότι, όπως αναφέρεται και στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, θεωρήθηκε ατομική διοικητική πράξη.

8. Επειδή, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και τα λοιπά διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, προκύπτουν τα εξής: Κατ’ εφαρμογήν των διατάξεων της παρ. 6 του άρθρου 39 του ν. 3105/2003 και της 1076163/5399/ΔΕ-Β΄/23.9.2004 απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, διενεργήθηκε έλεγχος από ελεγκτές του Εθνικού Ελεγκτικού Κέντρου, για την εξεύρεση των εσόδων του Ε.Ο.Τ. από την εκμετάλλευση των επιχειρηματικών μονάδων αυτού, κατά τις διαχειριστικές περιόδους από το έτος 1988 έως 3.8.2000, κατά τον οποίο προέκυψαν, σύμφωνα με την από 8.11.2004 σχετική έκθεση ελέγχου, έσοδα συνολικού ποσού 237.979.516.648 δραχμών, όπως αυτά αναλύονται στην εν λόγω έκθεση, κατ’ έτος και είδος δραστηριότητας. Ακολούθως, συντάχθηκε το από 12.11.2004 σημείωμα εκκαθάρισης και υπολογισμού φόρου 1% του Προϊσταμένου του ανωτέρω Ελεγκτικού Κέντρου, με το οποίο προσδιορίστηκαν τα έσοδα εκμετάλλευσης του Ε.Ο.Τ. κατά τις ανωτέρω περιόδους, ετησίως και συνολικώς, στα ποσά που αναφέρονται στην έκθεση ελέγχου, υπολογίσθηκε δε ο επ’ αυτών φόρος με συντελεστή 1% σε 2.379.795.166 δραχμές ή 6.983.992 ευρώ, συνολικά, όπως το ποσό αυτό αναλύεται στο εν λόγω σημείωμα κατ’ έτος. Το σημείωμα τούτο κοινοποιήθηκε στον Ε.Ο.Τ. στις 19.11.2004 (βλ. σχετικό αποδεικτικό επίδοσης του εφοριακού υπαλλήλου …………..). Κατόπιν αυτού, συντάχθηκε το από 27.1.2005 πρακτικό περαίωσης που υπογράφεται από τον Προϊστάμενο του Εθνικού Ελεγκτικού Κέντρου και τον εκπρόσωπο του Ε.Ο.Τ., με το οποίο το συνολικό ποσό φόρου 1% διατηρήθηκε στο ύψος που, κατά τα ανωτέρω, είχε υπολογισθεί με το προηγηθέν εκκαθαριστικό σημείωμα. Το ποσό αυτό φόρου αρχικά βεβαιώθηκε (υπό τη στενή έννοια του όρου) σε βάρος του Ε.Ο.Τ., με τη …………/10.5.2005 πράξη ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. …….. Αθηνών, στη συνέχεια όμως διεγράφη από τη Δ.Ο.Υ. αυτή, βάσει του ………/14.9.2005 ατομικού φύλλου έκπτωσης του Διαπεριφερειακού Ελεγκτικού Κέντρου (Δ.Ε.Κ.) ………, που διαβιβάστηκε σ’ αυτήν μετά από οδηγίες της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογικών Ελέγχων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών, κατ’ αποδοχή σχετικού αιτήματος του Προέδρου του ανωτέρω Οργανισμού. Ο εν λόγω Οργανισμός με το ………/11.11.2004 έγγραφό του, είχε ήδη αποστείλει στη 16η Διεύθυνση Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων της Γενικής Διεύθυνσης Φορολογίας του ανωτέρω Υπουργείου, καταστάσεις με τις βεβαιωμένες στις Δ.Ο.Υ. της χώρας απαιτήσεις αυτού από την εκμετάλλευση των επιχειρηματικών μονάδων του, μετά δε τη διαβίβαση των καταστάσεων αυτών προς επαλήθευση στις κατά τόπους Δ.Ο.Υ. και την περιέλευση των σχετικών απαντήσεων των Δ.Ο.Υ. αυτών στην ως άνω Διεύθυνση, θεωρήθηκε από αυτήν και τις λοιπές υπηρεσίες του οικείου Υπουργείου ότι από τις αναφερόμενες στις ως άνω καταστάσεις απαιτήσεις του Ε.Ο.Τ., συνολικού ποσού 13.917.466 ευρώ, εκχωρούνται αυτοδικαίως στο Ελληνικό Δημόσιο βεβαιωμένες απαιτήσεις ύψους 4.857.000,55 ευρώ (4.564.817,26 βεβαιωμένες σε διάφορες Δ.Ο.Υ. απαιτήσεις του πίνακα που επισυνάπτεται στο ………./15.6.2005 έγγραφο της ίδιας ως άνω Γενικής Γραμματείας συν 145.515,74 βεβαιωμένες στη Δ.Ο.Υ. Πλοίων ………… απαιτήσεις που αναφέρονται στο ……./8.7.2005 έγγραφο της Δ.Ο.Υ. αυτής) καθότι, όπως αναφέρεται στο …………/26.11.2008 έγγραφο της ανωτέρω 16ης Διεύθυνσης, τα επιπλέον βεβαιωθέντα ποσά, είτε είχαν διαγραφεί βάσει Ατομικών Φύλλων Έκπτωσης του Ε.Ο.Τ., είτε είχαν εισπραχθεί και αποδοθεί σ’ αυτόν. Οι ανωτέρω εκχωρούμενες στο Δημόσιο απαιτήσεις συμψηφίστηκαν με τον οφειλόμενο φόρο που κατά τα ως άνω υπολογίσθηκε με συντελεστή 1%, για την υπόλοιπη δε οφειλή ποσού 2.126.991,45 (6.983.992 μείον 4.857.000,55) ευρώ συντάχθηκε από το Δ.Ε.Κ. ……… ο ………/12.9.2005 χρηματικός κατάλογος, που διαβιβάστηκε προς βεβαίωση σε βάρος της ήδη αναιρεσίβλητης, μαζί με τριπλότυπη περιληπτική κατάσταση, στη Δ.Ο.Υ. ΦΑΕΕ ……… . Η εν λόγω Δ.Ο.Υ., με την ………/11.10.2005 πράξη ταμειακής βεβαίωσης, βεβαίωσε ταμειακώς σε βάρος της αναιρεσίβλητης το προαναφερόμενο ποσό και κάλεσε αυτήν να το καταβάλει σε δόσεις με τη ………/12.10.2005 ατομική ειδοποίηση του οικείου Προϊσταμένου. Η αναιρεσίβλητη άσκησε την από 14.11.2005 ανακοπή ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζήτησε την ακύρωση της ανωτέρω ταμειακής βεβαίωσης, προβάλλοντας, μεταξύ άλλων, ότι η επίδικη βεβαιωτική πράξη πάσχει ακυρότητα ως εκ του ότι ερείδεται στην ως άνω μνημονευόμενη 1076163/5399/ΔΕ-Β΄/23.9.2004 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, η οποία, καίτοι κανονιστική διοικητική πράξη, δεν έχει δημοσιευτεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (πρώτος λόγος ανακοπής). Με την απόφαση 3160/2010 του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, ο προβαλλόμενος λόγος της ανακοπής, περί του κανονιστικού χαρακτήρα της ως άνω υπουργικής απόφασης και του ανυπόστατου αυτής, έγινε δεκτός και ακυρώθηκε η επίδικη πράξη ταμειακής βεβαίωσης, με το σκεπτικό ότι, ναι μεν η ανωτέρω απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών αφορά μόνον το Ελληνικό Δημόσιο, τον ΕΟΤ και την εταιρία ΕΤΑ ΑΕ (όπως άλλωστε και ο νόμος στο κείμενο του οποίου περιέχεται η σχετική εξουσιοδοτική διάταξη), όμως, με αυτήν επιδιώκεται κατά την εν λόγω σχετική εξουσιοδοτική διάταξη, η ρύθμιση θεμάτων ειδικότερων και ομοειδών με τις ουσιαστικές ρυθμίσεις, φορολογικής και συνεπώς κανονιστικής φύσεως του εξουσιοδοτικού νόμου (ν. 2636/1998), οι οποίες δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο ατομικής διοικητικής πράξης, η έκδοση δε της απόφασης αυτής προορίζεται να αποτελέσει τη νομική βάση για την έκδοση ατομικών πράξεων (πράξεων βεβαίωσης υπό ευρεία και υπό στενή έννοια του φόρου). Κατά συνέπεια, το δικάσαν Διοικητικό Πρωτοδικείο δέχθηκε ότι η ως άνω υπουργική απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της διάταξης του τελευταίου εδαφίου της παρ. 6 του άρθρου 39 του ν. 3105/2003, έχει κανονιστικό χαρακτήρα και έπρεπε να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, όμως, λόγω της μη δημοσίευσής της, είναι ανυπόστατη και για το λόγο αυτό δεν μπορούσε να αποτελέσει νόμιμη βάση για τις πράξεις που εκδόθηκαν στη συνέχεια (από 12.11.2004 σημείωμα εκκαθάρισης και υπολογισμού φόρου 1%, πρακτικό περαίωσης, αλλά και η ένδικη ταμειακή βεβαίωση σε βάρος της ήδη αναιρεσίβλητης εταιρίας). Δέχθηκε επίσης, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι οι διατάξεις της ανωτέρω παρ. 6 του άρθρου 39 του ν. 3105/2003, με τις οποίες προβλέφθηκε κατ’ αρχήν η βεβαίωση φόρου ίσου με το 1% επί των εσόδων εκμετάλλευσης του ΕΟΤ κατά τις τελευταίες δώδεκα χρήσεις μέχρι 3.8.2000, ο συμψηφισμός αυτού προς τις μέχρι την ίδια ημερομηνία βεβαιωμένες στις ΔΟΥ απαιτήσεις του ΕΟΤ και η «εξόφληση» του τυχόν απομένοντος υπολοίπου από την ήδη αναιρεσίβλητη εταιρία, δεν μπορούσαν να τύχουν εφαρμογής πριν από τη θέσπιση του αναγκαίου κανονιστικού πλαισίου για τη σχετική διαδικασία ελέγχου και βεβαίωσης με την έκδοση της προβλεπόμενης από τις διατάξεις αυτές κανονιστικής απόφασης. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, κρίθηκε ότι η επίδικη πράξη ταμειακής βεβαίωσης της ΔΟΥ ΦΑΕΕ ……… δεν ήταν νόμιμη και ακυρώθηκε, κατ’ αποδοχή του σχετικού λόγου ανακοπής. Το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε έφεση προβάλλοντας ότι, κατ’ ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου που διέπουν τις κανονιστικές και ατομικές διοικητικές πράξεις, καθώς και της παρ. 6 του άρθρου 39 του ν. 3105/2003 σε συνδυασμό με την 1076163/5399/ΔΕ-Β΄/23.9.2004 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, η τελευταία αυτή απόφαση είναι ατομική διοικητική πράξη, η οποία δεν έχρηζε δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των κρίσιμων κανόνων δικαίου και με πλημμελή αιτιολογία έκρινε τα αντίθετα. Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το δικάσαν Διοικητικό Εφετείο απέρριψε την έφεση του Ελληνικού Δημοσίου επικυρώνοντας την κρίση του δικάσαντος Πρωτοδικείου.

10. Επειδή, με την κρινόμενη αίτηση, το αναιρεσείον προβάλλει ότι κανονιστικές διοικητικές πράξεις είναι οι πράξεις, οι οποίες θεσπίζουν γενικούς και απρόσωπους κανόνες δικαίου, οι οποίοι πρόκειται να ρυθμίσουν και εισάγουν ρύθμιση γενική και αφηρημένη, με νομικά αποτελέσματα, τα οποία δεν αναφέρονται σε πρόσωπα ή κύκλο προσώπων εκ των προτέρων καθορίσιμο ή σε μία ομάδα συγκεκριμένων περιπτώσεων. Εξ αντιδιαστολής, οι ατομικές διοικητικές πράξεις είναι αυτές, με τις οποίες θεσπίζονται ατομικοί κανόνες δικαίου, αφορούν σε συγκεκριμένη περίπτωση και σε ένα ή περισσότερα ατομικώς ορισμένα πρόσωπα, εκ των προτέρων προσδιορίσιμα, ενώ, εξάλλου, δεν τροποποιούν το προϋπάρχον κανονιστικό καθεστώς. Συνεπώς, οι ατομικές διοικητικές πράξεις αποτελούν εξειδίκευση ρύθμισης πλήρως καταστρωμένης στο νόμο, η οποία δεν αναφέρεται σε μία κατηγορία σχέσεων, αλλά σε σύνολο περιπτώσεων που έχουν μεταξύ τους ένα δεσμό, ανεξαρτήτως εάν επί των ως άνω ατομικών πράξεων πρόκειται να στηριχθούν αορίστου αριθμού ατομικές και κανονιστικές πράξεις. Ως εκ τούτου η 1076163/5399/ΔΕ-Β΄/23.9.2004 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με την οποία εισάγεται ειδική και συγκεκριμένη ρύθμιση, ήτοι η διαδικασία και οι λεπτομέρειες ελέγχου και βεβαίωσης, προκειμένου να εξευρεθεί ο φόρος 1% που ορίζεται με την παρ. 6 του άρθρου 39 του ν. 3105/2003 επί των εσόδων εκμετάλλευσης που προέρχονται από τη δραστηριότητα των επιχειρηματικών μονάδων του ΕΟΤ κατά τις τελευταίες δώδεκα χρήσεις μέχρι 3.8.2000, ρύθμιση, η οποία εξαντλείται σε μία και μόνη εφαρμογή αφορώσα σε γνωστά, περιορισμένα και ατομικώς ορισμένα πρόσωπα (Ελληνικό Δημόσιο, ΕΟΤ, ΕΤΑ ΑΕ) και αποτελεί εξειδίκευση ρύθμισης πλήρως καταστρωμένης στο νόμο, είναι ατομική διοικητική πράξη, η οποία δεν έχρηζε δημοσίευσης στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, όπως εσφαλμένως, κατά τους ισχυρισμούς του, έκρινε το δικάσαν Εφετείο.

11. Επειδή, ενόψει τούτων, με το άρθρο 39 παρ. 6 του ν. 3105/2003 (Α΄ 29) ρυθμίστηκαν οι υφιστάμενες φορολογικές υποχρεώσεις του Ε.Ο.Τ., περιλαμβανομένων τυχόν προσαυξήσεων και κυρώσεων, που προέρχονταν από τη δραστηριότητα των επιχειρηματικών μονάδων του κατά τις τελευταίες δώδεκα χρήσεις από το έτος 1988 έως 3.8.2000, και ορίστηκε ότι φορολογική υποχρέωση εξαντλείται με τη βεβαίωση φόρου ίσου προς ένα τοις εκατό (1%) επί των εσόδων εκμετάλλευσης των ως άνω χρήσεων και ότι με τη βεβαίωση του ως άνω φόρου όλες οι εκκρεμείς φορολογικές υποθέσεις του Ε.Ο.Τ. θεωρούνται περαιωμένες. Στις ίδιες διατάξεις ορίστηκε ότι με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται όλες οι σχετικές διαδικασίες ελέγχου και βεβαιώσεων του άνω φόρου και κάθε αναγκαία λεπτομέρεια. Κατ’ εξουσιοδότηση της ανωτέρω εξουσιοδοτικής διάταξης της παρ. 6 του άρθρου 39 του ν. 3105/2003, εκδόθηκε η 1076163/5399/ΔΕ-Β΄/23.9.2004 απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών με θέμα: «Καθορισμός διαδικασιών ελέγχου για την περαίωση εκκρεμών φορολογικών υποθέσεων του Ε.Ο.Τ. βάσει των διατάξεων της παρ. 6 του άρθρου 39 του ν. 3105/2003», με την οποία καθορίσθηκαν οι διαδικασίες ελέγχου και βεβαίωσης, προκειμένου να εξευρεθεί και βεβαιωθεί ο φόρος 1%, που ορίζεται με την παράγραφο 6 του άρθρου 39 του ν. 3105/03, επί των εσόδων εκμετάλλευσης που προέρχεται από τη δραστηριότητα των επιχειρηματικών μονάδων του Ε.Ο.Τ. κατά τις τελευταίες δώδεκα (12) χρήσεις από το έτος έως 3.8.2000. Ειδικότερα, με τις διατάξεις της απόφασης αυτής, καθορίστηκε ο τρόπος υπολογισμού του προς βεβαίωση φόρου, ο οποίος εξευρίσκεται με πολλαπλασιασμό του συνόλου των εσόδων εκμετάλλευσης ανά χρήση επί 1%, και ο τρόπος προσδιορισμού των εσόδων εκμετάλλευσης του ΕΟΤ, επί των οποίων υπολογίζεται ο ως άνω φόρος, με θέσπιση σχετικών ρυθμίσεων, όπως ότι θα ληφθούν υπόψη τα έσοδα που προκύπτουν από τηρούμενα βιβλία και στοιχεία Κ.Β.Σ. και Κ.Φ.Σ., τα στοιχεία δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος και λοιπών φορολογιών που υποβλήθηκαν και γενικά οποιοδήποτε άλλο στοιχείο, όπως οι ετήσιοι απολογισμοί του Ε.Ο.Τ. των ετών 1988 έως και 2000. Επιπλέον δε ορίστηκε ότι για τις χρήσεις που δεν είναι δυνατή η εξεύρεση των εσόδων εκμετάλλευσης, κατά τα ανωτέρω, θα λαμβάνονται ως έσοδα εκμετάλλευσης τα μεγαλύτερα έσοδα από τις χρήσεις στις οποίες αυτά έχουν προσδιοριστεί κατά τα ανωτέρω οριζόμενα, προσαυξημένα κατά 20% και ότι ο υπολογισμός του φόρου 1% θα γίνει ανεξάρτητα αν κάποια από τις παραπάνω χρήσεις έχει περαιωθεί ή παραγραφεί σύμφωνα με τις οικείες διατάξεις. Προβλέπεται, επίσης, η διαδικασία ανεύρεσης και επαλήθευσης των βεβαιωμένων στις ΔΟΥ απαιτήσεων του Οργανισμού αυτού, προς συμψηφισμό αυτών με τον ανωτέρω φόρο, η έκδοση ενιαίου σημειώματος εκκαθάρισης και υπολογισμού του φόρου αυτού και η σύνταξη και υπογραφή πράξης περαίωσης, με τη συμμετοχή, στην τελευταία πράξη και του ΕΟΤ, καθώς και η βεβαίωση υπό στενή έννοια σε βάρος της ΕΤΑ ΑΕ, του τυχόν απομένοντος υπολοίπου μετά τον ως άνω συμψηφισμό ή και ολόκληρου του ποσού του φόρου 1%, σε περίπτωση μη υποβολής από τον ΕΟΤ καταστάσεων με τις βεβαιωμένες απαιτήσεις αυτού, εντός της προβλεπόμενης δίμηνης προθεσμίας από την έκδοση της υπουργικής απόφασης. Με τέτοιο περιεχόμενο η ως άνω Υπουργική απόφαση, η οποία εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση νόμου για τον καθορισμό όλων των σχετικών διαδικασιών ελέγχου και βεβαίωσης του άνω φόρου και τη ρύθμιση κάθε αναγκαίας λεπτομέρειας, έχει κανονιστικό χαρακτήρα, απορριπτομένου ως αβασίμου του προβαλλόμενου από το Ελληνικό Δημόσιο λόγου, με τον οποίο προβάλλεται ότι η απόφαση αυτή είναι ατομική διοικητική πράξη. Και τούτο διότι, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η απόφαση αυτή αφορά περιορισμένο αριθμό προσώπων (το Ελληνικό Δημόσιο, τον ΕΟΤ και την εταιρεία ΕΤΑ ΑΕ), όπως, άλλωστε, και ο νόμος με τις διατάξεις του οποίου παρέχεται η σχετική εξουσιοδότηση, ο οποίος αφορά στον ίδιο περιορισμένο αριθμό προσώπων, με τις διατάξεις της εν λόγω απόφασης ρυθμίζονται θέματα ομοειδή με εκείνα που περιλαμβάνονται στις ουσιαστικές ρυθμίσεις του εξουσιοδοτικού νόμου (ν. 2636/1998, όπως συμπληρώθηκε από τους ν. 2837/2000 και 3105/2003), οι οποίες είναι φορολογικής και συνεπώς κανονιστικής φύσεως, εξειδικεύονται δε περαιτέρω τα θέματα αυτά και επιπλέον εισάγονται ρυθμίσεις που αφορούν την διαδικασία ελέγχου, τον προσδιορισμό της φορολογητέας ύλης, τον υπολογισμό του φόρου και την βεβαίωση αυτού, λόγω των οποίων η Υπουργική αυτή απόφαση θα αποτελέσει τη νομική βάση για την έκδοση άλλων ατομικών πράξεων (πράξεων βεβαίωσης υπό ευρεία και υπό στενή έννοια του φόρου), οι ρυθμίσεις δε αυτές δεν θα μπορούσαν να αποτελέσουν αντικείμενο ατομικής διοικητικής πράξης. Κατά συνέπεια, η ως άνω Υπουργική απόφαση έχει κανονιστικό χαρακτήρα και έπρεπε να δημοσιευθεί στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, λόγω δε της μη δημοσίευσής της είναι ανυπόστατη και όλες οι πράξεις που εκδόθηκαν με βάση την απόφαση αυτή είναι άκυρες, όπως νόμιμα και με επαρκή αιτιολογία κρίθηκε και με την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η κρίση του οποίου επικυρώθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

ΣΕ 2834/2018 ζώνη προστασίας μνημείου

6. Επειδή, από τις προαναφερθείσες μεταβατικές διατάξεις του άρθρου 73 παρ. 10 του ν. 3028/2002 προκύπτει ότι ακίνητα μνημεία που έχουν χαρακτηρισθεί ως προστατευτέα με το προϊσχύσαν νομοθετικό καθεστώς υπάγονται στην προστασία του νέου νόμου χωρίς να απαιτείται ο εκ νέου χαρακτηρισμός τους. Η διάταξη του εδ. β΄ της παρ. 10 του προαναφερόμενου άρθρου, που προβλέπει τον εκ νέου χαρακτηρισμό μνημείων σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.3028/2002, εφαρμόζεται μόνο για μνημεία, τα οποία είχαν χαρακτηρισθεί κατά κατηγορίες, δηλαδή, κατά την έννοια του νόμου, αφορά κινητά μνημεία. Περαιτέρω, κατά τα παγίως κριθέντα, άρση ή περιορισμός της προστασίας μνημείου, στα οποία περιλαμβάνονται και όσα έχουν χαρακτηρισθεί ως μνημεία κατά τις προ του ν. 3028/2002 διατάξεις, καθώς και του περιβάλλοντος αυτά χώρου, εφ’ όσον περιλαμβάνεται στον χαρακτηρισμό, επιτρέπεται μόνον με την συνδρομή των προϋποθέσεων της παρ. 9 του άρθρου 6 του ως άνω ν. 3028/2002, δηλαδή εάν διαπιστωθεί αιτιολογημένα, ύστερα από νέα γνωμοδότηση του αρμόδιου Συμβουλίου, ότι ο χαρακτηρισμός είχε γίνει χωρίς να συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου ή ότι εμφιλοχώρησε πλάνη περί τα πράγματα (βλ. ΣτΕ 2198/2016, 1493/2015, 4229/2013, 4000/2008, 3999/2004 κ.ά.). Εξάλλου, η τυχόν νέα ρύθμιση του καθεστώτος δόμησης περιβάλλοντος χώρου που περιλαμβάνεται στην απόφαση περί χαρακτηρισμού μνημείου, με καθορισμό ειδικών όρων και περιορισμών δόμησης, καθώς και επιτρεπόμενων χρήσεων, ισοδυναμεί με μερική ανάκληση του χαρακτηρισμού, η οποία επιτρέπεται μόνο υπό τους όρους του άρθρου 6 παρ. 9 του ν. 3028/2002 (πρβλ. ΣτΕ 4000/2008, 4229/2013). Τέλος, ο καθορισμός ζωνών προστασίας μνημείου αποτελεί άσκηση αρμοδιότητας κανονιστικής φύσεως (πρβλ. Ολομ. ΣτΕ 530/2002, ΣτΕ 3115/2014, 3946/2008 κ.ά.), ενώ, όπως προκύπτει από την ως άνω διάταξη του άρθρου 13 παρ. 2 του ν. 3028/2002, στην οποία παραπέμπει η διάταξη του άρθρου 17 παρ. 3 του ίδιου νόμου, αλλά και από τα οριζόμενα στο άρθρο 10 παρ. 7 του ιδίου ως άνω νόμου, ο εν λόγω καθορισμός είναι δυνητικός και όχι υποχρεωτικός για τη Διοίκηση (βλ. ΣτΕ 5462/2012). Το τελευταίο ισχύει και για τα μνημεία που είχαν χαρακτηρισθεί με βάση το προϊσχύσαν νομικό καθεστώς.

ΣΕ 56/2017

8. Επειδή, με την απόφαση 3661/2005 της Ολομελείας του Συμβουλίου της Επικρατείας κρίθηκαν τα εξής: Κατά την έννοια των διατάξεων του άρθρου 24 του Συντάγματος, ο πολεοδομικός σχεδιασμός, δηλαδή η πολεοδομική οργάνωση των πόλεων και των οικισμών της Χώρας οποιουδήποτε μεγέθους κατά τρόπο που να εξυπηρετεί τη λειτουργικότητα και την ανάπτυξή τους και να επιτυγχάνει την εξασφάλιση των καλύτερων δυνατών όρων διαβιώσεως σ` αυτούς, έχει ευρύτερες συνέπειες, που δεν περιορίζονται στα όρια του συγκεκριμένου οικισμού, αλλ` εκτείνονται σ` ολόκληρη την επικράτεια, εν όψει της αλληλεπιδράσεως του τρόπου οργανώσεως κάθε οικισμού με τους υπολοίπους και των επεμβάσεων στο φυσικό και το πολιτιστικό περιβάλλον, τις οποίες αφεύκτως συνεπάγεται η πολεοδομική οργάνωση μιας περιοχής. Τούτο, διότι η μορφή κάθε οικισμού της Χώρας, ο τρόπος δομήσεως των κτιρίων του, η σχέση μεταξύ των κοινοχρήστων και των οικοδομησίμων χώρων και τα λοιπά ουσιώδη πολεοδομικά του χαρακτηριστικά δεν αφορούν μόνον τους κατοίκους του και τις τοπικές αρχές, και μάλιστα σε ένα συγκεκριμένο χρονικό σημείο, που ενδέχεται, εν τούτοις, να καθορίσει κατά τρόπο μη αντιστρεπτό όλη την περαιτέρω εξέλιξή του, αλλ` αποτελεί ζήτημα γενικού ενδιαφέροντος, στο οποίο πρέπει να έχουν λόγο, κατά συνταγματική επιταγή, και κεντρικά κρατικά όργανα. Πράγματι, όπως είναι αδιανόητο να εισάγονται πολεοδομικές ρυθμίσεις ερήμην των ενδιαφερομένων κατοίκων και αρχών, είναι εξ ίσου αδιανόητο να ρυθμίζονται τα σχετικά ζητήματα αποκλειστικώς σε τοπικό επίπεδο, χωρίς την σύμπραξη κεντρικών κρατικών οργάνων. Η αντίθετη άποψη, κατά την οποία τα ανωτέρω δεδομένα αποτελούν ζητήματα προεχόντως τοπικού ενδιαφέροντος, δυνάμενα, επομένως, να ρυθμίζονται αποκλειστικώς από όργανα αποκεντρωμένων και αυτοδιοικουμένων αρχών, εμφανίζει την Χώρα, από απόψεως οικιστικής πολιτικής, ως αποτελούσα ένα απλό μηχανικό άθροισμα αυτόνομων οικισμών, οι οποίοι μπορεί να δομούνται κατά το δοκούν, χωρίς να υπάρχουν οι προς τούτο αρχές και κανόνες, καταλείπει δε η ερμηνεία αυτή χωρίς ρυθμιστικό περιεχόμενο το θεμελιώδη ορισμό του άρθρου 24 παρ. 2 του Συντάγματος, κατά τον οποίο η διαμόρφωση, η ανάπτυξη και η πολεοδόμηση των οικισμών υπάγονται στην ρυθμιστική αρμοδιότητα και τον έλεγχο του Κράτους. Επομένως, η έγκριση και τροποποίηση των πολεοδομικών σχεδίων οποιασδήποτε κλίμακος, και η θέσπιση με ρυθμίσεις κανονιστικού χαρακτήρα πάσης φύσεως όρων δομήσεως, δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ειδικότερο θέμα, κατά την έννοια του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντ., αλλ` ούτε και θέμα τοπικού ενδιαφέροντος ή τεχνικού ή λεπτομερειακού χαρακτήρα. Συνεπώς, οι ρυθμίσεις αυτές μπορεί να γίνονται μόνον με την έκδοση προεδρικού διατάγματος. Ο κανόνας εξ άλλου αυτός αφορά τόσο τις αμιγώς κανονιστικές πράξεις (λ.χ. όροι δομήσεως και χρήσεων) και τις πράξεις μικτού χαρακτήρα (λ.χ. τροποποίηση σχεδίου πόλεως με ταυτόχρονο καθορισμό όρων δομήσεως) όσο και τις ατομικές πράξεις (λ.χ. απλή τροποποίηση σχεδίου πόλεως χωρίς ταυτόχρονο καθορισμό όρων δομήσεως) διότι, κατά το Σύνταγμα, ο πολεοδομικός σχεδιασμός συνδέει, λόγω του μεγάλου βαθμού της εσωτερικής συνοχής του, αρρήκτως τις κατηγορίες αυτές πράξεων, κατά τρόπο ώστε η τροποποίηση από άλλο όργανο ατομικής πολεοδομικής ρυθμίσεως να επιδρά αφεύκτως στο υπόλοιπο, κανονιστικό, μέρος αυτής, με αποτέλεσμα τον κίνδυνο ανατροπής της συνοχής της. Αντιθέτως, οι αρμοδιότητες εφαρμογής των πολεοδομικών σχεδίων και οι συναφείς εκτελεστικές αρμοδιότητες επιτρεπτώς ανατίθενται σε άλλα πλην του Προέδρου της Δημοκρατίας όργανα, προς την αρμοδιότητα δε εφαρμογής των πολεοδομικών σχεδίων εξομοιώνεται και η όλως εντοπισμένη τροποποίησή τους, η οποία μπορεί να γίνεται με πράξη διάφορη του διατάγματος, εκτός αν αφορά σε προστατευόμενες περιοχές του φυσικού ή πολιτιστικού περιβάλλοντος, οπότε πρέπει, και στην περίπτωση αυτή, να διενεργείται με την έκδοση προεδρικού διατάγματος.

9. Επειδή, η οριοθέτηση οικισμού με πληθυσμό έως 2000 κατοίκους αποτελεί ρύθμιση γενικού πολεοδομικού σχεδιασμού, η οποία τον υπάγει στο κανονιστικό πεδίο εφαρμογής των προαναφερθεισών ρυθμίσεων του άρθρου 5 του π.δ. από 24.4/3.5.1985 (Δ΄ 181), ως προς την αρτιότητα, το ποσοστό κάλυψης, το συντελεστή δόμησης, το σύστημα δόμησης και το μέγιστο ύψος των κτηρίων. Επομένως, βάσει των κριθέντων με την προμνησθείσα απόφαση 3661/2005 της Ολομελείας του Δικαστηρίου, η οριοθέτηση των εν λόγω οικισμών πρέπει να γίνεται με προεδρικό διάταγμα, αδιαφόρως αν περιλαμβάνει ή όχι και τον καθορισμό όρων και περιορισμών δόμησης. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 36 του ν. 3756/2009 (βλ. ανωτέρω, σκ. 2), η αναδημοσίευση των διαγραμμάτων στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως μαζί με τα κείμενα των μη νομίμως δημοσιευθεισών έως τότε αποφάσεων, προκειμένου αυτές να αποκτήσουν αναδρομική ισχύ που ανατρέχει στο χρόνο της αρχικής και μη νόμιμης δημοσίευσής τους στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, θεραπεύει μόνον το ανυπόστατο των πράξεων αυτών, λόγω της μη συνδημοσίευσης των οικείων διαγραμμάτων, και όχι άλλες τυχόν πλημμέλειες, όπως αυτή της αναρμοδιότητας (πρβ. ΣτΕ 4689/2015).

652/2016 ΣΤΕ (ΟΛΟΜ) ( 685710)

(Α΄ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ)
ΑΕΙ. Αίτηση ακύρωσης της κυα περί καταργήσεως οργανικών και προσωποπαγών θέσεων μονίμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διοικητικού προσωπικού του Πανεπιστημίου, το οποίο τίθεται σε διαθεσιμότητα, κατά το άρθρο 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013. Η απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης δεν έχει εκτελεστό χαρακτήρα και προσβάλλεται απαράδεκτα, ενώ πράξεις κανονιστικού χαρακτήρα συνιστούν μόνον οι κυα περί καταργήσεως θέσεων προσωπικού των δημοσίων φορέων. Αντίθετη μειοψηφία. Απόλυση υπαλλήλου συνεπεία καταργήσεως όλων των ομοιοβάθμων θέσεων μιας υπηρεσίας. Δημοσιονομικοί λόγοι μπορεί να αποτελέσουν κριτήριο των επιλογών του νομοθέτη για τον ανακαθορισμό των λειτουργιών του Κράτους και την διοικητική αναδιοργάνωσή του. Η κατάργηση θέσεων δεν αντίκειται στο θεσμό της μονιμότητας. Το άρθρο 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 δεν αντίκειται στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος, κατά το μέρος που παρέχει εξουσιοδότηση για την κατάργηση θέσεων προσωπικού των δημοσίων φορέων με κυα. Ο καθορισμός του αριθμού των θέσεων του διοικητικού προσωπικού των ΑΕΙ ανήκει στην εξουσία του νομοθέτη και της κανονιστικώς δρώσης Διοικήσεως. Δεν αντίκειται στο άρθρο 16 παρ. 5 του Συντάγματος η κατάργηση των θέσεων και η θέση σε διαθεσιμότητα του διοικητικού προσωπικού του Πανεπιστημίου. Αντίθετη μειοψηφία. Η αξιολόγηση από τη Διοίκηση των κριτηρίων ασκήσεως της κανονιστικής αρμοδιότητας εκφεύγει του ακυρωτικού ελέγχου. Η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει εκδοθεί κατά παράβαση των όρων της εξουσιοδοτικής διατάξεως. Δεν ανατίθεται στο τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο κανονιστική αρμοδιότητα καταργήσεως θέσεων διοικητικού προσωπικού του ΑΕΙ, κατ’ ανεπίτρεπτη υπεξουσιοδότηση. Αντίθετη μειοψηφία. Απορρίπτεται η αίτηση ακύρωσης. Η υπόθεση εισήχθη στην Ολομέλεια με πράξη του Προέδρου του ΣτΕ. Όμοια με την αριθ. 654/2016 απόφαση ΣτΕ (Ολομ).

Αριθμός 652/2016

ΤΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΤΗΣ ΕΠΙΚΡΑΤΕΙΑΣ

ΟΛΟΜΕΛΕΙΑ

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 10 Ιανουαρίου 2014, με την εξής σύνθεση: Σωτ. Ρίζος, Πρόεδρος, Νικ. Μαρκουλάκης, Μιχ. Βηλαράς, Δ. Αλεξανδρής, Γ. Ποταμιάς, Ε. Νίκα, Γ. Τσιμέκας, Π. Καρλή, Β. Καλαντζή, Δ. Κυριλλόπουλος, Κων. Κουσούλης, Κων. Πισπιρίγκος, Δ. Μακρής, Τ. Κόμβου, Β. Αναγνωστοπούλου - Σαρρή, Ηλ. Μάζος, Α.–Μ. Παπαδημητρίου, Θ. Τζοβαρίδου, Ελ. Παπαδημητρίου, Σύμβουλοι, Ευστ. Σκούρα, Σ. Παπακωνσταντίνου, Χ. Ευαγγελίου, Πάρεδροι. Από τους ανωτέρω οι Σύμβουλοι Δ. Αλεξανδρής και Α.-Μ. Παπαδημητρίου καθώς και η Πάρεδρος Ευστ. Σκούρα, μετέχουν ως αναπληρωματικά μέλη, σύμφωνα με το άρθρο 26 παρ. 2 του ν. 3719/2008. Γραμματέας η Μ. Παπασαράντη.

Για να δικάσει την από 1 Οκτωβρίου 2013 αίτηση:

του ν.π.δ.δ. με την επωνυμία «ΕΘΝΙΚΟ ΚΑΙ ΚΑΠΟΔΙΣΤΡΙΑΚΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΑΘΗΝΩΝ», το οποίο παρέστη με τους: α) Παναγιώτη Σπανό, Νομικό Σύμβουλο του Κράτους, β) δικηγόρο Αντώνιο Αργυρό (Α.Μ. 7372), που τον διόρισε με πληρεξούσιο και γ) δικηγόρο Αριστείδη Καζάκο (Α.Μ. 1461 Δ.Σ. Θεσσαλονίκης), που τον διόρισε στο ακροατήριο ο Πρύτανης ....................... ,

κατά των Υπουργών: 1) Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και 2) Παιδείας και Θρησκευμάτων, οι οποίοι παρέστησαν με τον Νικηφόρο Κανιούρα, Αντιπρόεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.

Η πιο πάνω αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, κατόπιν της από 17 Οκτωβρίου 2013 πράξης του Προέδρου του Συμβουλίου της Επικρατείας, λόγω της σπουδαιότητάς της, σύμφωνα με τα άρθρα 14 παρ. 2 εδάφ. α, 20 και 21 του Π.Δ. 18/1989.

Με την αίτηση αυτή το αιτούν ν.π.δ.δ. επιδιώκει να ακυρωθεί η υπ’ αριθ. 135211/Β2/23-9-2013 (ΦΕΚ Β΄ 2384/24-9-2013) Κοινή Υπουργική Απόφαση των Υπουργών Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και Παιδείας και Θρησκευμάτων και κάθε άλλη σχετική πράξη ή παράλειψη της Διοικήσεως.

Η εκδίκαση άρχισε με την ανάγνωση της εκθέσεως του εισηγητή, Συμβούλου Νικ. Μαρκουλάκη. Κατόπιν το δικαστήριο άκουσε τον αντιπρόσωπο και τους πληρεξουσίους του αιτούντος

Πανεπιστημίου, οι οποίοι ανέπτυξαν και προφορικά τους προβαλλόμενους λόγους ακυρώσεως και ζήτησαν να γίνει δεκτή η αίτηση και τον αντιπρόσωπο των Υπουργών, ο οποίος ζήτησε την απόρριψή της.

Μετά τη δημόσια συνεδρίαση το δικαστήριο συνήλθε σε διάσκεψη σε αίθουσα του δικαστηρίου

κ α ι

Α φ ο ύ μ ε λ έ τ η σ ε τ α σ χ ε τ ι κ ά έ γ γ ρ α φ α

Σ κ έ φ θ η κ ε κ α τ ά τ ο Ν ό μ ο

1. Επειδή, για την άσκηση της υπό κρίση αιτήσεως δεν απαιτείται κατά νόμον η καταβολή παραβόλου (άρθρο 28 παρ. 4 ν. 2579/1998, Α΄ 31).

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται, καθ’ ερμηνείαν του δικογράφου, η ακύρωση της 135211/Β2/23.9.2013 κοινής αποφάσεως των Υπουργών (α) Παιδείας και Θρησκευμάτων, και (β) Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, με τίτλο «Κατάργηση χιλίων τριακοσίων σαράντα εννέα (1349) οργανικών θέσεων μονίμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διοικητικού προσωπικού των Πανεπιστημίων, κατ’ εφαρμογήν της παρ. 1 του άρθρου 90 του ν. 4172/2013 (Α΄ 167)» (ΦΕΚ Β΄ 2384/24.9.2013), καθ’ ο μέρος με την πράξη αυτή, όπως εν συνεχεία τροποποιήθηκε με την 150539/Β2/15.10.2013 κοινή απόφαση των ιδίων Υπουργών (ΦΕΚ Β΄ 2601/15.10.2013), καταργούνται τετρακόσιες ενενήντα οκτώ (498) θέσεις, μονίμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, διοικητικού προσωπικού του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Ζητείται, επίσης, η ακύρωση της από 20.9.2013 «αποφάσεως» του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης («σχετικά με την αξιολόγηση δομών και τη στελέχωση του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων και των εποπτευόμενων από αυτό φορέων»), της οποίας γίνεται μνεία στο προοίμιο της ανωτέρω προσβαλλομένης κοινής υπουργικής αποφάσεως.

3. Επειδή, η κρινόμενη αίτηση εισάγεται στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου, λόγω της σπουδαιότητάς της, κατόπιν της από 17.10.2013 πράξεως του Προέδρου του, σύμφωνα με το άρθρο 14 παρ. 2 εδαφ. α΄ του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8).

4. Επειδή, η ως άνω προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση εκδόθηκε κατ’ επίκληση του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 («Φορολογία Εισοδήματος, επείγοντα μέτρα εφαρμογής του ν. 4046/2012, του ν. 4093/2012 και του ν. 4127/2013…», Α΄ 167/23.7.2013). Το εν λόγω άρθρο 90, με τίτλο «Διαθεσιμότητα», το οποίο εντάσσεται στο Κεφάλαιο Δ΄ του ανωτέρω νόμου («Διατάξεις αρμοδιότητας Υπουργείου Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης»), όπως ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλομένης κοινής υπουργικής αποφάσεως 135211/Β2/23.9.2013 και της τροποποιητικής αυτής ως άνω 150539/Β2/15.10.2013 ομοίας (24.9.2013 και 15.10.2013, αντιστοίχως), όριζε στην παράγραφο 1 εδαφ. α΄ τα εξής: «Επιτρέπεται να καταργούνται θέσεις ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα σε υπουργεία, αυτοτελείς δημόσιες υπηρεσίες, αποκεντρωμένες διοικήσεις, οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με απόφαση του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού, σε εκτέλεση σχετικών αποφάσεων του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης, μετά από τεκμηρίωση που στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια στελέχωσης». Προέβλεπε δε περαιτέρω η ανωτέρω διάταξη της παραγράφου 1 του άρθρου 90 του ν. 4172/2013 και τα ακόλουθα: «Επιτρέπεται να συνιστώνται θέσεις ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα στους παραπάνω φορείς σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του προηγούμενου εδαφίου με απόφαση των Υπουργών Οικονομικών, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης και του οικείου Υπουργού».

5. Επειδή, το Κυβερνητικό Συμβούλιο Μεταρρύθμισης αποτελεί συλλογικό κυβερνητικό όργανο, συγκροτούμενο από τον Πρωθυπουργό, ως Πρόεδρο, τον Αντιπρόεδρο της Κυβέρνησης και τους Υπουργούς Οικονομικών, Εσωτερικών, Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας, Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης, και Επικρατείας, καθώς και τους εκάστοτε αρμοδίους υπουργούς, το οποίο έχει ως αποστολή τον καθορισμό κατευθυντηρίων γραμμών και την χάραξη της πολιτικής επί των θεμάτων που σχετίζονται με την βελτίωση της οργανώσεως, της λειτουργίας και της αποτελεσματικότητας της Δημοσίας Διοικήσεως, καθώς και με την αξιολόγηση των φορέων και των υπηρεσιών της. Ως εκ της φύσεως και της αποστολής του, αλλά και εν όψει του ότι με τις πράξεις του Υπουργικού Συμβουλίου περί της συγκροτήσεως και λειτουργίας του (Πράξη Υπουργικού Συμβουλίου 4/10.2.2012, ΦΕΚ τεύχος ΥΟΔΔ 64, εκδοθείσα κατ’ επίκληση της διατάξεως του άρθρου 15 παρ. 2 περ. β΄ του π.δ/τος 63/2005 για την Κυβέρνηση και τα κυβερνητικά όργανα, Α΄ 98, και εν συνεχεία τροποποιηθείσα με τις 27/10.8.2012, ΦΕΚ ΥΟΔΔ 386, και 14/16.7.2013, ΦΕΚ ΥΟΔΔ 347, όμοιες), δεν παρέχεται στο εν λόγω συλλογικό κυβερνητικό όργανο ειδική και συγκεκριμένη εξουσιοδότηση προς θέσπιση κανονιστικών ρυθμίσεων ούτε χορηγείται αρμοδιότητα προς έκδοση ατομικών πράξεων, το Κυβερνητικό Συμβούλιο Μεταρρύθμισης δεν ασκεί ενεργό Διοίκηση και, συνεπώς, δεν έχουν εκτελεστό χαρακτήρα οι κατά την προπαρατεθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 «αποφάσεις» του (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 1015/1972). Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, πράξεις κανονιστικού χαρακτήρος συνιστούν μόνον οι προβλεπόμενες κοινές υπουργικές αποφάσεις περί καταργήσεως (ή συστάσεως, κατά περίπτωση) θέσεων προσωπικού των δημοσίων φορέων. Κατά συνέπεια, απαραδέκτως προσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση η από 20.9.2013 «απόφαση» του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης («σχετικά με την αξιολόγηση δομών και τη στελέχωση του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων και των εποπτευόμενων από αυτό φορέων»), ενώ με έννομο συμφέρον και παραδεκτώς κατ’ αρχήν, κατά τα λοιπά, ζητείται η ακύρωση της άλλης προσβαλλομένης, 135211/Β2/23.9.2013 κοινής υπουργικής αποφάσεως, περί της καταργήσεως θέσεων διοικητικού προσωπικού του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Γ. Ποταμιάς, ο οποίος υποστήριξε την ακόλουθη γνώμη: Κατά την ρητή διατύπωση και την σαφή έννοια του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013, για την κατάργηση (και σύσταση, κατά περίπτωση) θέσεων προσωπικού των δημοσίων φορέων απαιτείται σχετική «απόφαση» του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης (ΚΥ.ΣΥ.Μ.), «σε εκτέλεση» της οποίας εκδίδεται εν συνεχεία κοινή υπουργική απόφαση. Η προσβαλλομένη από 20.9.2013 απόφαση του ΚΥ.ΣΥ.Μ. έχει εκτελεστό χαρακτήρα, και εφ’ όσον έχει ως περιεχόμενο την κατάργηση θέσεων, είναι κανονιστική πράξη που χρήζει δημοσίευσης, η οποία εν προκειμένω παραλείφθηκε, με αποτέλεσμα το ανυπόστατο της εν λόγω αποφάσεως και την παρανομία των επομένων προσβαλλομένων πράξεων. Η δε νεότερη τροποποιητική διάταξη του άρθρου 29 του ν. 4210/2013, την οποία επικαλέσθηκε το Δημόσιο (κατωτέρω σκέψη 8), ως μη πράγματι ερμηνευτική, δεν έχει αναδρομική ισχύ και δεν καταλαμβάνει την επίδικη περίπτωση.

6. Επειδή, το Σύνταγμα ορίζει στο άρθρο 4 ότι «1. Οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. 2. …» και στο άρθρο 103 ότι «1. Οι δημόσιοι υπάλληλοι είναι εκτελεστές της θέλησης του Κράτους και υπηρετούν το Λαό? οφείλουν πίστη στο Σύνταγμα και αφοσίωση στην Πατρίδα. Τα προσόντα και ο τρόπος του διορισμού τους ορίζονται από το νόμο. 2. Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη. Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου. 3. Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου. Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται. 4. Οι δημόσιοι υπάλληλοι που κατέχουν οργανικές θέσεις είναι μόνιμοι εφόσον αυτές οι θέσεις υπάρχουν. Αυτοί εξελίσσονται μισθολογικά σύμφωνα με τους όρους του νόμου και, εκτός από τις περιπτώσεις που αποχωρούν λόγω ορίου ηλικίας ή παύονται με δικαστική απόφαση, δεν μπορούν να μετατεθούν χωρίς γνωμοδότηση ούτε να υποβιβαστούν ή να παυθούν χωρίς απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου, που αποτελείται τουλάχιστον κατά τα δύο τρίτα από μόνιμους δημόσιους υπαλλήλους. Κατά των αποφάσεων των συμβουλίων αυτών επιτρέπεται προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας, όπως νόμος ορίζει. 5. … 6. Οι διατάξεις των προηγούμενων παραγράφων έχουν εφαρμογή … και στους υπαλλήλους των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των λοιπών νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. 7. Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει. Νόμος μπορεί να προβλέπει ειδικές διαδικασίες επιλογής που περιβάλλονται με αυξημένες εγγυήσεις διαφάνειας και αξιοκρατίας ή ειδικές διαδικασίες επιλογής προσωπικού για θέσεις το αντικείμενο των οποίων περιβάλλεται από ειδικές συνταγματικές εγγυήσεις ή προσιδιάζει σε σχέση εντολής. 8. Νόμος ορίζει τους όρους, και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2. Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις αυτές ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου. 9. …».

7. Επειδή, όπως έχει κριθεί (βλ. ΣτΕ 3354/2013 Ολομ., 2934/1993), δεν κωλύεται ο κοινός νομοθέτης να καταργεί οργανικές θέσεις ή να τροποποιεί τις αρμοδιότητές τους, καθώς επίσης να επεκτείνει ή να συμπτύσσει την βαθμολογική κλίμακα, εφ’ όσον με τις ρυθμίσεις αυτές δεν παραβιάζεται ο κανόνας της οργανώσεως και στελεχώσεως της Διοικήσεως με μονίμους υπαλλήλους. Περαιτέρω, σύμφωνα με το ανωτέρω άρθρο 103 παράγραφος 4 του Συντάγματος, σε περίπτωση καταργήσεως της κατεχομένης από τον υπάλληλο θέσεως, είτε μεμονωμένως είτε με την κατάργηση ολόκληρης της δημοσίας υπηρεσίας στην οποία ανήκει η θέση, μπορεί ο υπάλληλος να απολυθεί ή να τοποθετηθεί σε άλλη υπηρεσία (βλ. ΣτΕ 466/1984, Ολομ. 1003/1977). Επί απολύσεως δημοσίου υπαλλήλου συνεπεία καταργήσεως όλων των ομοιοβάθμων θέσεων μιας υπηρεσίας δεν απαιτείται προηγούμενη απόφαση υπηρεσιακού συμβουλίου. Εξ άλλου, ο κοινός νομοθέτης, κατά την επιλογή του τρόπου ρυθμίσεως των θεμάτων που σχετίζονται με την κατάργηση οργανικών θέσεων, πρέπει να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας, δηλαδή να διασφαλίζει την ίση μεταχείριση των υπαλλήλων και να θεσπίζει κανόνες με αντικειμενικά κριτήρια (βλ. ΣτΕ Ολομ. 3354/2013, 3226, 2587/2011, 2747/2010, 4237/2005). Δημοσιονομικοί λόγοι μπορεί να αποτελέσουν κριτήριο των επιλογών του νομοθέτη για τον ανακαθορισμό των λειτουργιών του Κράτους και την διοικητική αναδιοργάνωσή του, πρέπει, όμως, οι σχετικές ρυθμίσεις αφ’ ενός να εισάγονται με τήρηση των συνταγματικών αρχών, σύμφωνα με τις οποίες επιβάλλεται να διασφαλίζονται η ορθολογική, αποτελεσματική και διαρκής λειτουργία της Διοικήσεως και η παροχή των υπηρεσιών που επιβάλλεται να εξασφαλίζονται για τους διοικουμένους στο πλαίσιο του κοινωνικού κράτους δικαίου, και αφ’ ετέρου να εναρμονίζονται με τις αναφερθείσες συνταγματικές εγγυήσεις που αφορούν το καθεστώς των δημοσίων υπαλλήλων (ΣτΕ Ολομ. 3354/2013).

8. Επειδή, κατά τα ήδη εκτεθέντα (ανωτέρω σκέψεις 4 και 5), η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013, κατ` επίκληση της οποίας εξεδόθη η παραδεκτώς προσβαλλόμενη πράξη, προβλέπει την κατάργηση (και την σύσταση, κατά περίπτωση) θέσεων προσωπικού των δημοσίων φορέων με κοινές υπουργικές αποφάσεις, σε εκτέλεση (και, εν συνεχεία, όπως αντικαταστάθηκε η ανωτέρω διάταξη με το άρθρο 29 του ν. 4210/2013 [Α΄ 254/21.11.2013], «σε υλοποίηση») σχετικών «αποφάσεων» του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης, «μετά από τεκμηρίωση που στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια στελέχωσης». Όπως δε αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση του σχετικού σχεδίου νόμου, «η [κοινή υπουργική] απόφαση [περί καταργήσεως θέσεων] περιβάλλεται με όλες τις εγγυήσεις ορθολογικότητας και αξιοκρατίας, καθώς εκδίδεται με βάση τα πορίσματα των εκθέσεων αξιολόγησης των οργανικών μονάδων των φορέων και τα σχέδια στελέχωσής τους. Και εκτός αυτής της άρτιας τεχνικής της τεκμηρίωσης, η οποία λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας των υπαλλήλων από ενδεχόμενες αυθαιρεσίες και κακόβουλες σκοπιμότητες, η απόφαση νομιμοποιείται και ως πράξη εφαρμογής των πολιτικών που διαμορφώνονται από το Κυβερνητικό Συμβούλιο Μεταρρύθμισης για τη μεταρρύθμιση της δημόσιας διοίκησης. Η εν λόγω ΚΥΑ αποτελεί στην ουσία μια πράξη συλλογικής επιλογής και ευθύνης της Κυβέρνησης, η οποία εγγράφεται στο πλαίσιο μιας ορθολογικά καταστρωμένης και κεντρικά σχεδιασμένης πολιτικής για τη διοικητική μεταρρύθμιση». Εξ άλλου, το μόνιμο αλλά και το απασχολούμενο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό των δημοσίων φορέων, του οποίου οι θέσεις καταργούνται, τίθεται σε διαθεσιμότητα (άρθρο πρώτο, παράγραφος Ζ, υποπαράγραφος Ζ.2 του ν. 4093/2012, Α΄ 222, βλ. και τις γενικές διατάξεις του Υπαλληλικού Κώδικα, ν. 3528/2007, Α΄ 26, άρθρο 101 παρ. 1, καθώς και του Κώδικα Κατάστασης Δημοτικών και Κοινοτικών Υπαλλήλων, ν. 3584/2007, Α΄ 143, άρθρο 105 παρ. 1), στην περίπτωση δε της καταργήσεως ορισμένων μόνο θέσεων του ίδιου κλάδου ή ειδικότητας, κατ` εφαρμογήν της παραγράφου 1 του άρθρου 90 του ν. 4172/2013, προβλέπεται, στην παράγραφο 2 του ιδίου άρθρου, η επιλογή του προσωπικού που τίθεται σε διαθεσιμότητα, με βάση την αποτίμηση των προσόντων όλων των υπαλλήλων του κλάδου ή και της ειδικότητας, στην οποία ανήκουν οι υπό κατάργηση θέσεις του φορέα. Με την ίδια διάταξη (άρθρο 90 παρ. 2 ν. 4172/2013) προσδιορίζονται επίσης τα κριτήρια, βάσει των οποίων διενεργείται η αποτίμηση των προσόντων των υπαλλήλων (βασική και επαγγελματική εκπαίδευση, εργασιακή και διοικητική εμπειρία, «ειδικά καθήκοντα», τρόπος εισαγωγής στον δημόσιο φορέα), προβλέπεται δε περαιτέρω ότι η αποτίμηση των προσόντων «γίνεται βάσει βαθμολογικής κλίμακας και αντικειμενικής μοριοδότησης» και ότι «η επιλογή των υπαλλήλων με τα λιγότερα προσόντα που τίθενται σε διαθεσιμότητα προκύπτει κατά φθίνουσα σειρά από τον βαθμολογικό πίνακα», η κατάρτιση του οποίου καθώς και η αποτίμηση των προσόντων των υπαλλήλων ανατίθεται από τον νόμο σε ειδικώς συνιστώμενο όργανο («τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο», αποτελούμενο από ένα μέλος του Α.Σ.Ε.Π. και δύο προϊσταμένους γενικών διευθύνσεων ή διευθύνσεων του οικείου φορέα). Την ρύθμιση του νόμου συμπληρώνει η, εκδοθείσα κατ` εξουσιοδότησή του, απόφαση ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/2/οικ. 21634/2.8.2013 του Υπουργού Διοικητικής Μεταρρύθμισης και Ηλεκτρονικής Διακυβέρνησης (ΦΕΚ Β΄ 1914/7.8.2013), η οποία, όπως τροποποιήθηκε με την ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/Δ/33/οικ. 27653/11.10.2013 ομοία (ΦΕΚ Β΄ 2560/11.10.2013), φέρει τον τίτλο «Καθορισμός της διαδικασίας επιλογής των υπαλλήλων που τίθενται σε διαθεσιμότητα, των κριτηρίων επιλογής και κατάταξής τους, τον τρόπο [του τρόπου] μοριοδότησής τους και ρύθμιση ζητημάτων λειτουργίας των Τριμελών Ειδικών Υπηρεσιακών Συμβουλίων» και έχει ως σκοπό, κατά το άρθρο 1 αυτής, την «ρύθμιση ειδικότερων θεμάτων σχετικών με: α) τη διαδικασία αποτίμησης των προσόντων για την επιλογή του προσωπικού που τίθεται σε διαθεσιμότητα λόγω κατάργησης θέσης σύμφωνα με την υποπαράγραφο Ζ.2 της παραγράφου Ζ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, β) τα αναγκαία δικαιολογητικά, γ) τα επιμέρους κριτήρια μοριοδότησης, δ) τον αριθμό των μορίων που αντιστοιχούν στα επιμέρους κριτήρια και ε) τα ζητήματα λειτουργίας των Τριμελών Ειδικών Υπηρεσιακών Συμβουλίων».

9. Επειδή, κατά την έννοια της ως άνω παραγράφου 1 του άρθρου 90 του ν. 4172/2013 (βλ. και την αιτιολογική έκθεση του νόμου στην προηγούμενη σκέψη), είναι δυνατή η κατάργηση θέσεων προσωπικού των δημοσίων υπηρεσιών και φορέων, κατά την θεσπιζομένη με την εν λόγω διάταξη διαδικασία, υπό την προϋπόθεση ότι λαμβάνονται υπ` όψιν οι λειτουργικές και οργανωτικές ανάγκες της υπηρεσίας και τεκμηριώνεται από τις σχετικές εκθέσεις αξιολόγησης δομών και τα σχέδια στελέχωσης ότι, και μετά την κατάργηση των θέσεων, διασφαλίζονται η ορθολογική, αποτελεσματική και διαρκής λειτουργία της Διοικήσεως καθώς και η παροχή των υπηρεσιών που επιβάλλεται να εξασφαλίζονται για τους διοικουμένους στο πλαίσιο της αποστολής του Κράτους. Η ίδια διάταξη προβλέπει άλλωστε, εκτός από την κατάργηση, και την δυνατότητα συστάσεως θέσεων σε δημόσιες υπηρεσίες και φορείς, με κοινές υπουργικές αποφάσεις. Επιδιώκεται δηλαδή με την ανωτέρω ρύθμιση η εξυπηρέτηση θεμιτών, εντός των πλαισίων της οργανωτικής εξουσίας του νομοθέτη, σκοπών, παραλλήλως δε και η θεραπεία δημοσιονομικών σκοπών. Την κατάργηση θέσεων που κατέχονται από δημοσίους υπαλλήλους δεν απαγορεύει, άλλωστε, ο συνταγματικός θεσμός της μονιμότητας (άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος), η οποία, όπως παγίως γίνεται δεκτό, αποτελεί εγγύηση προϋποθέτουσα την ύπαρξη οργανικής θέσεως και η εμβέλεια της προστασίας, που παρέχει, δεν εξικνείται έως την παρεμπόδιση του νομοθέτη να προβεί σε κατάργηση οργανικών θέσεων (ΣτΕ Ολομ. 1715/1983, 2650/1987 κ.ά.). Ούτε κωλύεται, εξ άλλου, κατ` αρχήν ο κοινός νομοθέτης από την συνταγματική αρχή της προστατευομένης εμπιστοσύνης να προβεί στην κατάργηση θέσεων προσωπικού του Δημοσίου αλλά και να εισάγει ρυθμίσεις διαφορετικές από αυτές που ίσχυσαν στο παρελθόν και προς τις οποίες έχουν προσαρμοσθεί και αποβλέψει οι διοικούμενοι, έστω και αν θίγονται υφιστάμενα δικαιώματα ή συμφέροντα αυτών, αρκεί η επιχειρούμενη ρύθμιση να χωρεί – προϋπόθεση την οποία πληροί η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 – κατά τρόπο γενικό, απρόσωπο και αντικειμενικό (ΣτΕ 2824/2002 Ολομ.).

10. Επειδή, με την διάταξη της παραγράφου 2 του άρθρου 43 του Συντάγματος παρέχεται στον κοινό νομοθέτη το δικαίωμα να μεταβιβάζει την αρμοδιότητα προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία. Τίθεται δε ο κανόνας (εδάφιο πρώτο) ότι η νομοθετική εξουσιοδότηση παρέχεται προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, ο οποίος ασκεί την μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων. Η νομοθετική εξουσιοδότηση, για να είναι νόμιμη, πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, δηλαδή να προβαίνει σε συγκεκριμένο προσδιορισμό του αντικειμένου της και να καθορίζει τα όριά της σε σχέση προς αυτό. Η εξουσιοδοτική, επομένως, διάταξη πρέπει να μην είναι γενική και αόριστη, ασχέτως αν είναι ευρεία ή στενή, αν περιλαμβάνει δηλαδή μεγάλο ή μικρό αριθμό περιπτώσεων, τις οποίες η Διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει κανονιστικώς βάσει της νομοθετικής εξουσιοδότησης. Η ευρύτητα της εξουσιοδότησης, εφόσον το περιεχόμενο της είναι ορισμένο, δεν επηρεάζει το κύρος της. Με τη διάταξη του δεύτερου εδαφίου της παραγράφου 2 του ιδίου άρθρου προβλέπεται ότι, στην περίπτωση που παρέχεται νομοθετική εξουσιοδότηση προς ρύθμιση ειδικών θεμάτων, φορέας της εξουσιοδότησης μπορεί να είναι και άλλα, εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοίκησης, εφ’ όσον όμως πρόκειται, μεταξύ άλλων, περί «ειδικοτέρων» θεμάτων. Ως ειδικότερα θέματα νοούνται εκείνα τα οποία αποτελούν, κατά το περιεχόμενο τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης. Απαιτείται, επομένως, στην περίπτωση αυτή, να περιέχει το νομοθετικό κείμενο όχι απλώς τον καθ’ ύλη προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδότησης αλλά, επί πλέον, και την ουσιαστική ρύθμισή του, έστω και σε γενικό, ορισμένο, όμως, πλαίσιο σύμφωνα προς το οποίο θα ενεργήσει η Διοίκηση προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα. Οι ανωτέρω ουσιαστικές ρυθμίσεις μπορούν να περιλαμβάνονται τόσο στις διατάξεις του εξουσιοδοτικού νόμου όσο και σε διατάξεις άλλων νόμων σχετικών με τα θέματα που αποτελούν αντικείμενο της νομοθετικής εξουσιοδότησης (βλ. ΣτΕ 1210/2010 Ολομ.).

11. Επειδή, η μνημονευθείσα διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 είναι σύμφωνη και με το ανωτέρω άρθρο 43 παρ. 2 εδάφια α΄ και β΄ του Συντάγματος, κατά το μέρος που παρέχει εξουσιοδότηση για την κατάργηση θέσεων προσωπικού των δημοσίων φορέων (ήτοι για την θέσπιση κανονιστικού χαρακτήρος ρυθμίσεων) με κοινές υπουργικές αποφάσεις. Και τούτο το μεν διότι πρόκειται για ειδική και ορισμένη νομοθετική εξουσιοδότηση καθ` όσον περιέχει συγκεκριμένο προσδιορισμό του αντικειμένου της, ήτοι την κατάργηση θέσεων προσωπικού των δημοσίων φορέων και υπηρεσιών. Το δε διότι με την διάταξη αυτή εξουσιοδοτούνται οι εκάστοτε συναρμόδιοι υπουργοί για τον καθορισμό των θέσεων προσωπικού που κάθε φορά καταργούνται, δηλαδή για την ρύθμιση «ειδικοτέρου», κατά την έννοια της εν λόγω συνταγματικής διατάξεως, θέματος σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιλαμβάνεται στον νόμο, ήτοι την θεσπιζομένη με το άρθρο 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 δυνατότητα καταργήσεως θέσεων προσωπικού των δημοσίων υπηρεσιών και φορέων, ανά κατηγορία, κλάδο ή και ειδικότητα, στην συνέχεια σχετικών «αποφάσεων» του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης, μετά από τεκμηρίωση που στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια στελέχωσης, σε συνδυασμό με την διάταξη του άρθρου 35 παρ. 4 του ν. 4024/2011 («Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο – βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία κ.λπ.» Α΄ 226), κατά την οποία «[Η] διαδικασία αξιολόγησης [των οργανικών μονάδων και του προσωπικού των φορέων του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα] διενεργείται με αξιοκρατικά – επιστημονικά κριτήρια με τη συνδρομή και εξωτερικών συμβούλων…» (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 1817/1983).

12. Επειδή, στο άρθρο 16 παρ. 5 εδαφ. α΄ και β΄ του Συντάγματος ορίζονται τα ακόλουθα: «Η ανώτατη εκπαίδευση παρέχεται αποκλειστικά από ιδρύματα που αποτελούν νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου με πλήρη αυτοδιοίκηση. Τα ιδρύματα αυτά τελούν υπό την εποπτεία του Κράτους, έχουν δικαίωμα να ενισχύονται οικονομικά από αυτό και λειτουργούν σύμφωνα με τους νόμους που αφορούν τους οργανισμούς τους». Με τις ως άνω διατάξεις παρεσχέθη στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα (Α.Ε.Ι.) «πλήρης αυτοδιοίκηση», η οποία συνίσταται στην εξουσία των ιδρυμάτων αυτών να αποφασίζουν για τις υποθέσεις τους, με δικά τους όργανα, της κρατικής εποπτείας περιοριζομένης μόνο στην άσκηση ελέγχου νομιμότητας των πράξεων των οργάνων των Α.Ε.Ι. Στην κατά τα ανωτέρω «πλήρη αυτοδιοίκηση» περιλαμβάνεται και η εξουσία επιλογής – και απολύσεως – του διδακτικού και διοικητικού προσωπικού των Α.Ε.Ι. με πράξεις των οργάνων τους, εντός όμως των πλαισίων των γενικών κανόνων, οι οποίοι διέπουν την οργάνωση και λειτουργία των ιδρυμάτων αυτών. Η θέσπιση, εξ άλλου, των εν λόγω γενικών κανόνων ανήκει στην περιοχή του νόμου ή της κατ’ εξουσιοδότηση αυτού νομοθετούσης Διοικήσεως, στην οποία ανήκει άλλωστε και η οργάνωση όλων των δημοσίων υπηρεσιών, είτε κρατικών είτε αυτοδιοικουμένων, εφ’ όσον με τις προπαρατεθείσες συνταγματικές διατάξεις δεν καθιερώνεται δικαίωμα των Α.Ε.Ι. προς αποκλειστική ρύθμιση των κατά τα ανωτέρω νομοθετικού περιεχομένου θεμάτων (οργάνωσης και λειτουργίας αυτών). Και τούτο, διότι η αναγνώριση τέτοιου δικαιώματος προϋποθέτει όχι αυτοδιοίκηση αλλά αυτονομία, ήτοι ικανότητα θεσπίσεως κανόνων χωρίς νομοθετική εξουσιοδότηση, την οποία δεν παρέχει το Σύνταγμα στα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα. Είναι δε πρόδηλο ότι στην θέσπιση γενικών κανόνων αφορώντων την οργάνωση και λειτουργία των Α.Ε.Ι. ανάγεται και ο καθορισμός των κατηγοριών, κλάδων και ειδικοτήτων, καθώς και του αριθμού των θέσεων του διοικητικού προσωπικού των εν λόγω ιδρυμάτων, το υπηρεσιακό καθεστώς του οποίου ρυθμίζεται από τις διατάξεις του άρθρου 103 του Συντάγματος, όπως και του λοιπού διοικητικού προσωπικού που υπηρετεί στο Δημόσιο και στα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, ο καθορισμός του αριθμού των θέσεων του διοικητικού προσωπικού των Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων ανήκει στην εξουσία του νομοθέτη και της κατ’ εξουσιοδότηση του νόμου και εντός των ορίων αυτής, κανονιστικώς δρώσης Διοικήσεως (βλ. ΣτΕ 96/2013, Ολομ. 1812, 1813, 1817/1983). Όριο, πάντως, της οργανωτικής εξουσίας του νομοθέτη αποτελεί η υποχρέωση του Κράτους όπως, εντός των πλαισίων των δημοσιονομικών του δυνατοτήτων, εξασφαλίζει την αναγκαία υποδομή, διαθέτει τα απαραίτητα οικονομικά μέσα και διασφαλίζει τις εν γένει προϋποθέσεις για την ακώλυτη άσκηση από τα μέλη του διδακτικού και ερευνητικού προσωπικού των Α.Ε.Ι. της διδακτικής και ερευνητικής δραστηριότητάς τους (ΣτΕ 4113/2000).

13. Επειδή, κατόπιν των ανωτέρω, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι οι λόγοι ακυρώσεως με τους οποίους προβάλλεται ότι η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013, περί καταργήσεως θέσεων προσωπικού των δημοσίων φορέων και υπηρεσιών, αντίκειται αφ’ ενός στις συνταγματικές διατάξεις και αρχές που διέπουν την οργάνωση και λειτουργία της δημοσίας διοικήσεως και αφ’ ετέρου στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος. Απορριπτέος είναι και ο ειδικότερος λόγος ακυρώσεως ότι κατά παράβαση των συνταγματικών επιταγών παρέχεται με την ανωτέρω νομοθετική διάταξη εξουσιοδότηση για την κατάργηση θέσεων προσωπικού των δημοσίων φορέων – ήτοι, κατά τους ισχυρισμούς του αιτούντος, για τον περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών – με κοινές υπουργικές αποφάσεις και όχι με προεδρικά διατάγματα, διότι, εν προκειμένω, συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διατάξεως της παραγράφου 2 εδαφ. β΄ άρθρου 43 του Συντάγματος, πρόκειται δηλαδή για την μερικότερη περίπτωση θέματος που ρυθμίζεται ήδη σε ορισμένο πλαίσιο, έστω και γενικό, από τον τυπικό νόμο. (πρβλ. ΣτΕ Ολομ. 1210/2010, 2815/2004). Εξ άλλου, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγούμενη σκέψη, είναι απορριπτέα και τα προβαλλόμενα ότι, κατά παράβαση του άρθρου 16 παρ. 5 του Συντάγματος, καταργούνται θέσεις και τίθεται σε διαθεσιμότητα διοικητικό προσωπικό του αιτούντος Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών με διάταξη τυπικού νόμου (άρθρο 90 παρ. 1 ν. 4172/2013) και την εκδοθείσα κατ’ επίκληση της διατάξεως αυτής και ήδη προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση και όχι με πράξεις των οργάνων του αιτούντος. Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Γεώργιος Ποταμιάς, ο οποίος υποστήριξε τα εξής: Κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 82 παρ. 1 του Συντάγματος, η Κυβέρνηση καθορίζει και κατευθύνει τη γενική πολιτική της χώρας, σύμφωνα με τους ορισμούς του Συντάγματος και των νόμων. Με το άρθρο 103 του Συντάγματος τίθενται συνταγματικοί περιορισμοί, οι οποίοι δεσμεύουν τον κοινό νομοθέτη αφ` ενός μεν ως προς την οργάνωση της Δημόσιας Διοίκησης, αφ` ετέρου δε ως προς την νομική θέση των υπαλλήλων αυτής. Η οργάνωση της Δημόσιας Διοίκησης στηρίζεται κατ` αρχήν επί της οργανικής θέσεως ως ελαχίστου μορίου αυτής, η έννοια δε της οργανικής θέσεως είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αντίστοιχη διοικητική αρμοδιότητα πληρούσα διαρκή ανάγκη του Κράτους. Εν προκειμένω, οι επίδικες ρυθμίσεις του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 υπαγορεύτηκαν από την ανάγκη τηρήσεως των δεσμεύσεων που ανελήφθησαν με το Μνημόνιο Οικονομικής και Χρηματοπιστωτικής Πολιτικής (βλ. άρθρο 1 παρ. 2 ν. 4046/2012) από την Ελληνική Δημοκρατία έναντι των δανειστών της χώρας για την μείωση της μισθολογικής δαπάνης του δημοσίου, δηλαδή σκοπός των επιδίκων ρυθμίσεων είναι η μείωση των δημοσίων δαπανών και όχι η αποτελεσματικότερη λειτουργία της Δημόσιας Διοίκησης. Τούτο προκύπτει από το γεγονός ότι η Κυβέρνηση ανέλαβε εκ των προτέρων και χωρίς προηγουμένως να γίνει ανακαθορισμός των λειτουργιών της Δημόσιας Διοίκησης και διοικητική αναδιοργάνωση του Κράτους κατ` εκτίμηση των υπηρεσιακών αναγκών, την αθρόα κατάργηση μεγάλου αριθμού οργανικών θέσεων (μείωση της απασχόλησης στο Δημόσιο κατά 150.000 θέσεις την περίοδο 2011-15 και κατά 15.000 θέσεις κατά το τέλος του 2012, σύμφωνα με το ανωτέρω Μνημόνιο). Επομένως, οι επίδικες ρυθμίσεις δεν συνδέονται με τις πραγματικές οργανωτικές και λειτουργικές ανάγκες της Δημόσιας Διοίκησης αλλά υπαγορεύονται από δημοσιονομικούς σκοπούς και δεν είναι οργανωτικές αλλά ψευδοοργανωτικές (πρβλ. ΣτΕ 2152/1993 Ολομ.) και με αυτές δεν διασφαλίζεται η ορθολογική, αποτελεσματική και διαρκής λειτουργία της Διοικήσεως στο πλαίσιο του Κοινωνικού Κράτους δικαίου (βλ. ΣτΕ 3354/2013 Ολομ.). Περαιτέρω και οι ρυθμίσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 90 του ν. 4172/2013, με τις οποίες προσδιορίζονται τα κριτήρια με βάση τα οποία διενεργείται η αποτίμηση των προσόντων των υπαλλήλων, μεταξύ άλλων, και ο τρόπος εισαγωγής στον δημόσιο τομέα και η κατάρτιση πίνακα υπαλλήλων κατά φθίνουσα σειρά μορίων από ειδικώς συνιστώμενο όργανο (τριμελές ειδικό συμβούλιο), αντίκειται στον θεσμό της μονιμότητας των δημοσίων υπαλλήλων και στο κράτος δικαίου. Τούτο δε διότι με τις επίδικες ρυθμίσεις εισάγεται αυθαίρετη, συμπτωματική και αδικαιολόγητη δυσμενής διάκριση σε βάρος εκείνων των υπαλλήλων που δεν διορίστηκαν με παρέμβαση του ΑΣΕΠ. Η δυσμενής, όμως, αξιολόγηση της κατηγορίας εκείνων των υπαλλήλων που διορίστηκαν με νόμιμες διαδικασίες σε χρόνο ομαλής λειτουργίας του πολιτεύματος και όλες οι επίδικες διαδικασίες υπέκειντο σε κανονική κρίση από τα αρμόδια κατά το Σύνταγμα όργανα και υπό τον έλεγχο των Διοικητικών Δικαστηρίων και του ΣτΕ (πρβλ. ΣτΕ 1889, 4572/1986 κ.ά.). αντίκεινται στην συνταγματική αρχή της ισότητας. Εξ άλλου, και η ανάθεση της αρμοδιότητας σε τριμελές ειδικό συμβούλιο ευκαιριακά συγκροτημένο για την αποτίμηση των προσόντων των υπαλλήλων και όχι στο οικείο υπηρεσιακό συμβούλιο με πάγια συγκρότηση και ορισμένη θητεία, αντίκειται στο άρθρο 103 παρ. 4 του Συντάγματος. Αντίκειται, περαιτέρω, το άρθρο 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 και στο άρθρο 16 παρ. 5 του Συντάγματος, κατά το μέρος που δεν προβλέπει την ανάθεση της εκτίμησης των οργανωτικών αναγκών των Α.Ε.Ι. σε όργανα των εν λόγω ιδρυμάτων. Συνεπώς, σύμφωνα με τη γνώμη αυτή, η προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση πρέπει να ακυρωθεί.

14. Επειδή, οι εκδιδόμενες κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 αποφάσεις περί καταργήσεως θέσεων προσωπικού των δημοσίων φορέων και υπηρεσιών, ως κανονιστικές πράξεις, δεν ελέγχονται από απόψεως αιτιολογίας αλλά μόνον από της απόψεως της συνδρομής των όρων της εξουσιοδοτήσεως, με βάση την οποία εκδίδονται, καθώς και της τυχόν υπερβάσεως των ορίων της. Εξ άλλου, η αξιολόγηση από την Διοίκηση των κριτηρίων ασκήσεως της κανονιστικής αρμοδιότητος που θέτει η εξουσιοδοτική διάταξη (ή που συνάγονται από αυτήν, βλ. ΣτΕ 4170/2011), η οποία δεν είναι απαραίτητο να περιέχεται στην ίδια την κανονιστική ρύθμιση, αλλά μπορεί να προκύπτει από τις προπαρασκευαστικές πράξεις ή από άλλα στοιχεία του φακέλου (ΣτΕ 1210/2010 Ολομ., 1437/2013), ανήκει στην ουσιαστική κρίση της Διοικήσεως, η οποία εκφεύγει, κατ’ αρχήν, του ακυρωτικού ελέγχου (βλ. ΣτΕ 456/2010, 3188/2004) και ελέγχεται μόνο αν προβάλλεται με συγκεκριμένους ισχυρισμούς ή προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου ότι η συγκεκριμένη ρύθμιση θεσπίσθηκε κατά πρόδηλη παραγνώριση των κριτηρίων και των όρων της εξουσιοδοτικής διατάξεως (ΣτΕ 1437/2013).

15. Επειδή, η προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση περί καταργήσεως οργανικών και προσωποπαγών θέσεων μονίμου και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου διοικητικού προσωπικού των Πανεπιστημίων προέβλεψε, μεταξύ άλλων (Κεφάλαιο Β΄), την κατάργηση τετρακοσίων ενενήντα οκτώ (498) θέσεων διοικητικού προσωπικού του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Περιλαμβάνει η ένδικη απόφαση, κατά το μέρος που αφορά το εν λόγω Πανεπιστήμιο, δύο ρυθμίσεις, αφ’ ενός περί της καταργήσεως «συνόλου θέσεων ανά κατηγορία και κλάδο» (α΄) και αφ’ ετέρου περί της καταργήσεως θέσεων «με αποτίμηση προσόντων» (β΄). Ειδικότερα, αρχικώς (ΚΥΑ 135211/Β2/23.9.2013, ΦΕΚ Β΄ 2384/24.9.2013) αποφασίσθηκε η «κατάργηση [του] συνόλου θέσεων ανά κατηγορία και κλάδο» για «Τριάντα οκτώ (38) θέσεις μόνιμου και Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΥΕ κλάδου Φυλάκων–Νυχτοφυλάκων». Αποφασίσθηκε, περαιτέρω, και η κατάργηση θέσεων «με αποτίμηση προσόντων» για «1. Είκοσι τέσσερις (24) θέσεις μόνιμου και Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΠΕ κλάδου Βιβλιοθηκονόμων. 2. Είκοσι τέσσερις (24) θέσεις μόνιμου και Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΤΕ κλάδου Βιβλιοθηκονόμων. 3. Δύο (2) θέσεις μόνιμου προσωπικού κατηγορίας ΔΕ κλάδου Βιβλιοθηκονόμων. 4. Τριάντα τρεις (33) θέσεις μόνιμου προσωπικού κατηγορίας ΠΕ κλάδου Διοικητικού Οικονομικού. 5. Πενήντα (50) θέσεις προσωπικού με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου κατηγορίας ΠΕ κλάδου Διοικητικού. 6. Δώδεκα (12) θέσεις προσωπικού με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου κατηγορίας ΤΕ κλάδου Διοικητικού. 7. Εκατόν εβδομήντα (170) θέσεις προσωπικού με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου κατηγορίας ΔΕ κλάδου Διοικητικού. 8. Σαράντα (40) θέσεις μόνιμου προσωπικού κατηγορίας ΔΕ κλάδου Διοικητικού Λογιστικού. 9. Δεκαοκτώ (18) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΔΕ κλάδου Επιστατών. 10. Είκοσι (20) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΥΕ κλάδου Επιμελητών. 11. Δεκαπέντε (15) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΔΕ κλάδου Κοινωνικών Υπηρεσιών. 12. Εικοσιπέντε (25) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΔΕ κλάδου Προσωπικό Η/Υ. 13. Είκοσι εφτά (27) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΔΕ κλάδου Τεχνικού». Ακολούθως, με την τροποποιητική απόφαση (ΚΥΑ 150539/Β2/15.10.2013, ΦΕΚ Β΄ 2601/15.10.2013) χωρίς να μεταβληθεί ο συνολικός αριθμός τους (498, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα) ορίσθηκαν οι καταργούμενες θέσεις διοικητικού προσωπικού του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών ως εξής: «α. Κατάργηση συνόλου θέσεων ανά κατηγορία και κλάδο: 1. Τριάντα οκτώ (38) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΥΕ κλάδου ή και ειδικότητας Φυλάκων?Νυχτοφυλάκων, Φυλάκων, Νυχτοφυλάκων, Φυλάκων Επιστατών και Φυλάκων Νυχτοφυλάκων. 2. Μία (1) θέση μόνιμου ή με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΔΕ κλάδου ή και ειδικότητας Φυλάκων ? Νυχτοφυλάκων και Φυλάκων. 3. Είκοσι δυο (22) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΔΕ κλάδου ή και ειδικότητας Προσωπικού Η/Υ. β. Κατάργηση θέσεων με αποτίμηση προσόντων: 1. Είκοσι τέσσερις (24) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΠΕ κλάδου ή και ειδικότητας Βιβλιοθηκονόμων και Βιβλιοθηκονομίας. 2. Είκοσι τέσσερις (24) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΤΕ κλάδου ή και ειδικότητας Βιβλιοθηκονόμων και Βιβλιοθηκονομίας. 3. Δύο (2) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΔΕ κλάδου ή και ειδικότητας Βιβλιοθηκονόμων. 4. Τριάντα τρεις (33) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΠΕ κλάδου ή και ειδικότητας Διοικητικού ? Οικονομικού και Διοικητικού Οικονομικού. 5. Πενήντα μία (51) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου προσωπικού Χρόνου κατηγορίας ΠΕ κλάδου ή και ειδικότητας Διοικητικού, Διοικητικός και Διοικητικός Υπάλληλος. 6. Δώδεκα (12) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΤΕ κλάδου ή και ειδικότητας Διοικητικού, Διοικητικός Υπάλληλος και Γραμματέων. 7. Εκατόν εβδομήντα (170) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΔΕ κλάδου ή και ειδικότητας Διοικητικού, Γραμματέων, Δακτυλογράφων?Στενογράφων, Γραμματέων Δακτυλογράφων, Διοικητικών Γραμματέων, Διοικητικού Προσωπικού Λειτουργίας Η/Υ, Διοικητικής Οργάνωσης και Διοικητικού Ειδικών Ληξιαρχείων. 8. Σαράντα δύο (42) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΔΕ κλάδου ή και ειδικότητας Διοικητικού?Λογιστικού. 9. Δεκαοκτώ (18) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΔΕ κλάδου ή και ειδικότητας Επιστατών. 10. Είκοσι (20) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΥΕ κλάδου ή και ειδικότητας Επιμελητών, Επιμελητών (Κλητήρων) και Επιμελητών (θυρωρών). 11. Δεκαπέντε (15) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΔΕ κλάδου ή και ειδικότητας Κοινωνικών Υπηρεσιών. 12. Είκοσι τέσσερις (24) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΔΕ, κλάδου ή και ειδικότητας Τεχνικού, Τεχνικών, Τεχνικός, Τεχνικός Ηλεκτρολόγος, Τεχνικού (Ηλεκτρολόγων Εγκαταστάσεων), Τεχνικού (Ψυκτικών), Τεχνικών Δικτύων, Τεχνικών Εργαστηρίων, Τεχνικών Ύδρευσης και Τεχνικών Υπαλλήλων. 13. Δύο (2) θέσεις μόνιμου και με σχέση εργασίας Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου προσωπικού κατηγορίας ΥΕ κλάδου ή και ειδικότητας Τεχνικού, Τεχνικών Ύδρευσης Τεχνικού (Θερμαστών)».

16. Επειδή, εξ άλλου, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με το έγγραφο 113287/ΙΒ/14.8.2013 του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων («Μεταρρυθμιστικές Δράσεις ΥΠΑΙΘ – ΑΕΙ») εκλήθησαν, μεταξύ άλλων, τα ανώτατα και τα τεχνολογικά εκπαιδευτικά ιδρύματα να προβούν από τις 19 Αυγούστου έως τις 16 Σεπτεμβρίου 2013, α) στην «αξιολόγηση των δομών και των υπηρεσιών τους, με προτεραιότητα τις διοικητικές και οικονομικές οργανικές μονάδες τους», β) στη σύνταξη νέων οργανογραμμάτων ανά υπηρεσιακή μονάδα με κατάργηση ή συγχώνευση υπηρεσιακών μονάδων με περιορισμένο αντικείμενο ή λειτουργικότητα, και γ) στην κατάργηση των οργανικών θέσεων που πλεονάζουν και τη θέση του πλεονάζοντος προσωπικού σε διαθεσιμότητα για χρονικό διάστημα έως και οκτώ μηνών με αντίστοιχη μείωση απολαβών κατά 25%, καθώς επίσης και στη μετάταξη – μεταφορά του προσωπικού, σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, σε υπηρεσιακές μονάδες του οικείου Υπουργείου ή σε άλλους φορείς του Δημοσίου. Στο ανωτέρω έγγραφο επισημαίνονται επίσης στους αποδέκτες του τα ακόλουθα: «Με στόχο την επίσπευση των διαδικασιών σας, από τον έλεγχο των στοιχείων που διαθέτουμε στις οικείες υπηρεσίες μας, καθώς και τα ποσοτικά και ποιοτικά κριτήρια για την αξιολόγηση των δομών των Πανεπιστημίων και των ΤΕΙ προκύπτουν τυχόν πλεονάζουσες θέσεις στο διοικητικό προσωπικό με σχέση ΙΔΑΧ [ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου], μόνιμο προσωπικό κατηγορίας ΔΕ [Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης] όλων των κλάδων και ειδικοτήτων, περισσότερες των 1700, λαμβάνοντας υπόψη την εκτίμηση τυχόν εξαιρέσεων όπως πολύτεκνοι κ.λπ.». Ακολούθως, με το έγγραφο 120526/Η/2.9.2013 (και από 10.9.2013 ορθή επανάληψη) του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων «προτάθηκε» στα ανωτέρω εκπαιδευτικά ιδρύματα η διαδικασία και «οι δείκτες με επιλογή των ποσοτικών παραμέτρων» κάθε ιδρύματος (απαιτήσεις σε διοικητικούς υπαλλήλους ανά τμήμα, ανά αριθμό εξυπηρετουμένων φοιτητών, ανά μέλη ΔΕΠ), για τον υπολογισμό των κενών και των πλεονασμάτων ανά κατηγορία, κλάδο και ειδικότητα διοικητικού προσωπικού που θα προκύψουν μετά την αξιολόγηση των δομών. Με την από 9.9.2013 απόφαση της Συγκλήτου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών υποστηρίχθηκε ότι υπήρχε υποστελέχωση των διοικητικών υπηρεσιών του Πανεπιστημίου και ανάγκη αυξήσεως των θέσεων του προσωπικού. Εξ άλλου, με άλλη απόφαση της Συγκλήτου με την ίδια ημερομηνία εγκρίθηκε νέο οργανόγραμμα του Πανεπιστημίου. Εν συνεχεία, η συσταθείσα με την απόφαση 131095/17.9.2013/Η του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων, Ομάδα Διοίκησης Έργου, η οποία αποτελείται από τους Γενικούς Γραμματείς του Υπουργείου Παιδείας και Θρησκευμάτων, έκρινε ελλιπή τα υποβληθέντα από το αιτούν στοιχεία και προέβη στον υπολογισμό του διοικητικού προσωπικού των πανεπιστημίων και των Τ.Ε.Ι., το οποίο δύναται κατ’ αρχήν να τεθεί σε διαθεσιμότητα, κατ’ εφαρμογήν κριτηρίων («παραμέτρων») με διαφορετικούς συντελεστές βαρύτητας (35%, 40% και 20% αντιστοίχως), όπως οι απαιτήσεις σε διοικητικούς υπαλλήλους ως συνάρτηση του πλήθους των τμημάτων (15 διοικητικοί υπάλληλοι ανά τμήμα), οι απαιτήσεις σε διοικητικούς υπαλλήλους ως συνάρτηση του πλήθους του εξυπηρετουμένου φοιτητικού πληθυσμού (1,5 διοικητικοί υπάλληλοι ανά 100 φοιτητές) και οι απαιτήσεις σε διοικητικούς υπαλλήλους ως συνάρτηση του πλήθους των μελών ΔΕΠ κάθε ιδρύματος (1 διοικητικός υπάλληλος ανά 100 μέλη ΔΕΠ). Ελήφθη επίσης υπ’ όψιν, με τον καθορισμό ειδικού συντελεστού, και η γεωγραφική διασπορά των ιδρυμάτων, προέκυψε δε από την εφαρμογή του εν λόγω «ενιαίου Μοντέλου Δεικτών και Τιμών» ο συνολικός αριθμός πλεοναζουσών (χίλιες εξακόσιες πενήντα έξι, 1656) και κενών (χίλιες εκατόν ενενήντα μία, 1191) θέσεων διοικητικού προσωπικού στα Α.Ε.Ι. και τα Τ.Ε.Ι., ο οποίος ακολούθως αναπροσαρμόσθηκε με την εφαρμογή ενός ενιαίου «βασικού σεναρίου αναδιοργάνωσης», που περιλαμβάνει, κατά τα αναφερόμενα στην από 19.9.2013 «Ειδική Έκθεση Τεκμηρίωσης – Εισήγηση … για την αναδιοργάνωση των δομών των ΑΕΙ» της ανωτέρω Ομάδας Διοίκησης Έργου, την κατάργηση οργανικών θέσεων (από την ανάθεση δραστηριοτήτων όπως η καθαριότητα και η φύλαξη στον ιδιωτικό τομέα ή από τη συγχώνευση οργανικών μονάδων κ.λπ.), την μείωση του μεγέθους ή και την κατάργηση οργανικών μονάδων, την σύσταση οργανικών θέσεων και την «εκπαίδευση και ανάπτυξη προσωπικού ώστε να μπορεί να ανταπεξέλθει σε αυξημένες υπηρεσιακές ανάγκες». Τελικώς προτάθηκε η κατάργηση χιλίων τριακοσίων σαράντα εννέα (1349) και η «σύσταση διά μετατάξεως από σε διαθεσιμότητα υπαλλήλους ιδρυμάτων» εξακοσίων σαράντα έξι (646) θέσεων διοικητικών υπαλλήλων και, όσον αφορά ειδικώς το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών, προτάθηκε η κατάργηση τετρακοσίων ενενήντα οκτώ (498) θέσεων σε σύνολο χιλίων τριακοσίων δέκα επτά (1317) υπαλλήλων. Η σχετική εισήγηση του Υπουργού Παιδείας και Θρησκευμάτων και τα «σχέδια στελέχωσης» των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων εγκρίθηκαν με την από 20.9.2013, απαραδέκτως, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, προσβαλλόμενη αυτοτελώς «απόφαση» του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης, εξεδόθη δε ακολούθως η επίμαχη κοινή υπουργική απόφαση περί καταργήσεως θέσεων διοικητικού προσωπικού των Πανεπιστημίων, η οποία εν συνεχεία τροποποιήθηκε, κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα συναφώς στην προηγούμενη σκέψη, με την νεότερη 150539/Β2/15.10.2013 ομοία (ΦΕΚ Β΄ 2601/15.10.2013) χωρίς να μεταβληθεί ο συνολικός αριθμός των καταργουμένων θέσεων διοικητικού προσωπικού του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.

17. Επειδή, εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι, κατά την εκτίμηση του κανονιστικού νομοθέτη, οι λόγοι, οι οποίοι δικαιολογούν την μείωση των θέσεων διοικητικού προσωπικού του αιτούντος Ιδρύματος, τεκμηριώνονται επί τη βάσει ενός «ενιαίου Μοντέλου Δεικτών και Τιμών», που περιλαμβάνει, κατά τα αναφερόμενα στην προηγούμενη σκέψη, μεταξύ άλλων, τους υπολογισμούς της Αρχής ως προς τις απαιτήσεις των ΑΕΙ σε διοικητικούς υπαλλήλους ανά τμήμα, ανά αριθμό εξυπηρετουμένων φοιτητών και ανά μέλη ΔΕΠ. Τεκμηριώνονται δηλαδή οι κατά τα ανωτέρω λόγοι κατ’ εφαρμογήν κριτηρίων που δεν παρίστανται ως προδήλως απρόσφορα για την επίτευξη των σκοπών του νόμου, ήτοι την ορθολογική οργάνωση της Δημοσίας Διοικήσεως και τον περιορισμό των δημοσίων δαπανών. Υπό τα δεδομένα αυτά, αβασίμως προβάλλεται ότι η προσβαλλόμενη πράξη έχει εκδοθεί κατά παράβαση των όρων της εξουσιοδοτικής διατάξεως του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013, ενώ, κατά τα λοιπά, απαραδέκτως πλήττεται, ως ουσιαστική κρίση, η επιλογή των επί μέρους αριθμητικών δεικτών και των συντελεστών βαρύτητος εκάστου κριτηρίου από τον κανονιστικό νομοθέτη. Ούτε είχε, εξ άλλου, κατά την ανωτέρω εξουσιοδοτική διάταξη η κανονιστικώς δρώσα Διοίκηση την υποχρέωση να αιτιολογήσει ειδικώς την απόκλισή της από τις προτάσεις του αιτούντος Ιδρύματος ως προς τον αριθμό των διοικητικών του υπαλλήλων, όπως αβασίμως προβάλλεται, ενώ, τέλος, απορριπτέος, ως αναπόδεικτος, είναι και ο λόγος ακυρώσεως με τον οποίο προβάλλεται ότι, κατά παράβαση του άρθρου 16 του Συντάγματος, με την επερχομένη, με την προσβαλλόμενη πράξη, μείωση των θέσεων διοικητικού προσωπικού του αιτούντος, καθίσταται αδύνατη η λειτουργία του και η άσκηση του έργου του. Μειοψήφησε ο Σύμβουλος Γ. Ποταμιάς, ο οποίος διατύπωσε την ακόλουθη γνώμη: Η προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση δεν στηρίζεται σε εκθέσεις αξιολόγησης δομών και σχέδια στελέχωσης, όπως απαιτεί η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013. Εν πρώτοις, δεν προκύπτει ότι οι επιλεγέντες από τη Διοίκηση δείκτες (15 διοικητικοί υπάλληλοι ανά Τμήμα, 1,5 διοικητικός υπάλληλος ανά 100 φοιτητές και 1 διοικητικός υπάλληλος ανά 100 μέλη ΔΕΠ) αποτελούν προϊόν εμπεριστατωμένης μελέτης στηριζόμενης στις αρχές της διοικητικής επιστήμης (βλ. ΠΕ 44/2000, 528/1999, ΣτΕ 1016/2000 επτ.). Περαιτέρω, τα «σχέδια στελέχωσης» δεν εκπονήθηκαν κατόπιν εξειδικευμένης μελέτης των οργανικών μονάδων του εκάστοτε αξιολογούμενου ιδρύματος, αλλά αποτελούν εφαρμογή γενικών και αφηρημένων κριτηρίων μη συνδεομένων με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και τις ανάγκες κάθε πανεπιστημίου. Η Ομάδα Διοίκησης Έργου (ΟΔΕ) συγκροτήθηκε με απόφαση του Υπουργού Παιδείας από τους τέσσερις γενικούς γραμματείς του Υπουργείου, κανένα όμως από τα μέλη της ΟΔΕ δεν ήταν ειδικός σε θέματα οργάνωσης της δημόσιας διοίκησης αλλά συμμετείχαν στο όργανο αυτό ex officio και επομένως η ΟΔΕ δεν ήταν όργανο πρόσφορο (πρβλ. ΣτΕ 1011/2013 Ολομ.) για την επεξεργασία και αξιολόγηση των εκθέσεων αξιολόγησης δομών και των σχεδίων στελέχωσης των ΑΕΙ που τα ίδια υπέβαλαν, με σκοπό τη σύνταξη Ειδικής Έκθεσης Τεκμηρίωσης – Εισήγησης προς τον Υπουργό Παιδείας για την αναδιοργάνωση των δομών αυτών. Τέλος, η ΟΔΕ φέρεται να ολοκλήρωσε τις εργασίες της και να υπέβαλε στον Υπουργό Παιδείας την πρότασή της εντός τριών ημερών (συγκρότηση της ΟΔΕ με την υπ’ αριθμ. 131095/17.9.2013 απόφαση του Υπουργού Παιδείας, υποβολή από τον Υπουργό Παιδείας της εκθέσεως – εισηγήσεώς του στο Κυβερνητικό Συμβούλιο Μεταρρύθμισης στις 20.9.2013), δηλαδή σε χρόνο που δεν επαρκεί, κατά κοινή πείρα, για τεκμηριωμένη αξιολόγηση των δομών και της στελέχωσης των ΑΕΙ.

18. Επειδή, κατά τα ήδη εκτεθέντα (ανωτέρω σκέψη 15), η προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνει, κατά το μέρος που αφορά το αιτούν, δύο ρυθμίσεις, αφ’ ενός περί της καταργήσεως «συνόλου θέσεων ανά κατηγορία και κλάδο» (α΄) και αφ’ ετέρου περί της καταργήσεως θέσεων «με αποτίμηση προσόντων» (β΄). Εν σχέσει δε με την κατάργηση θέσεων «με αποτίμηση προσόντων» προέβλεψε η ένδικη απόφαση, όπως τροποποιήθηκε κατά τα ανωτέρω, τα εξής: «Η φύση (οργανική ή προσωποπαγής) καθώς και η σχέση εργασίας (δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου) των καταργούμενων ως άνω θέσεων θα προκύψει ύστερα από την αποτίμηση των προσόντων όλων των υπαλλήλων (μόνιμων και ΙΔΑΧ) που υπηρετούν στους ανωτέρω κλάδους/ειδικότητες, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 90 του ν. 4172/2013 και στην κατ’ εξουσιοδότηση εκδοθείσα υπ’ αριθμ. ΔΙΠΙΔΔ/Β.2/2/οικ. 21634/2.8.2013 (ΦΕΚ 1914 Β΄) υπουργική απόφαση, όπως τροποποιήθηκε και ισχύει». Με την διάταξη αυτή της προσβαλλομένης κοινής υπουργικής αποφάσεως δεν ανατίθεται στο προβλεπόμενο από το άρθρο 90 παρ. 2 του ν. 4172/2013 τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο (βλ. ανωτέρω σκέψη 8) κανονιστική αρμοδιότητα καταργήσεως θέσεων διοικητικού προσωπικού του αιτούντος Ιδρύματος, κατ’ ανεπίτρεπτη υπεξουσιοδότηση, όπως αβασίμως προβάλλεται. Έχει η ως άνω διάταξη την έννοια ότι στις περιπτώσεις που με την προσβαλλόμενη πράξη καταργούνται ορισμένες (και όχι όλες οι) θέσεις κλάδου ή και ειδικότητας χωρίς να προσδιορίζεται αν πρόκειται για οργανικές ή προσωποπαγείς θέσεις καθώς και αν καταλαμβάνονται από υπαλλήλους με σχέση δημοσίου δικαίου ή από εργαζόμενους με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ακολουθεί η αποτίμηση των προσόντων όλων των υπαλλήλων (μονίμων και με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου) του κλάδου και ειδικότητας, κατά τα προβλεπόμενα στον νόμο και την εκδοθείσα κατ’ εξουσιοδότησή του, προμνησθείσα υπουργική απόφαση (ανωτέρω σκέψη 8), εν τέλει δε η κατάργηση της θέσεως (οργανικής ή προσωποπαγούς, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, κατά περίπτωση) επέρχεται στην περίπτωση αυτή αυτοδικαίως με την επιλογή του εργαζομένου, ο οποίος θα τεθεί σε διαθεσιμότητα, από το ανωτέρω τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο, κατ’ ενάσκηση της, ατομικής και όχι κανονιστικής φύσεως, αρμοδιότητάς του περί αποτιμήσεως των προσόντων του προσωπικού. Μειοψήφησαν οι Σύμβουλοι Γ. Ποταμιάς, Γ. Τσιμέκας και Παν. Καρλή, οι οποίοι διατύπωσαν την άποψη ότι ο προβαλλόμενος λόγος είναι βάσιμος και θα έπρεπε να γίνει δεκτός, δεδομένου ότι με την ανωτέρω διάταξη της προσβαλλομένης κανονιστικής πράξεως χορηγείται στο τριμελές ειδικό υπηρεσιακό συμβούλιο του άρθρου 90 παρ. 2 του ν. 4172/2013, κατ΄ ανεπίτρεπτη υπεξουσιοδότηση, αρμοδιότητα κανονιστικής και όχι ατομικής φύσεως, αφού, με την επιλογή από το συμβούλιο αυτό του υπαλλήλου που τίθεται σε διαθεσιμότητα βάσει των κριτηρίων που προβλέπονται στη εν λόγω διάταξη (υπό στοιχ. Α-ΣΤ), καθορίζεται η φύση της καταργούμενης θέσεως, αν δηλαδή αυτή θα είναι νομοθετημένη οργανική ή προσωποπαγής θέση, δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Κατά τη γνώμη, άλλωστε, των ίδιων Συμβούλων, η επίμαχη διάταξη της προσβαλλομένης κανονιστικής πράξεως, όπως και η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 2 στην οποία αυτή στηρίζεται, κινούνται εκτός του συνταγματικού πλαισίου του άρθρου 103 του Συντάγματος, ζήτημα το οποίο ελέγχεται και αυτεπαγγέλτως από τον ακυρωτικό δικαστή. Και τούτο διότι οι ρυθμίσεις που εισάγονται με τις διατάξεις αυτές, προκειμένου να εξυπηρετηθεί ο θεμιτός πράγματι σκοπός της αναδιοργανώσεως των δημοσίων υπηρεσιών και της ορθολογικής διαχειρίσεως της αντίστοιχης δημόσιας δαπάνης, προβλέπουν την κατάργηση νομοθετημένων οργανικών θέσεων δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου με βάση όχι τις λειτουργικές και οργανωτικές ανάγκες της Διοικήσεως, όπως επιβάλλει η προαναφερόμενη συνταγματική διάταξη, αλλά ως συνέπεια, και μάλιστα αυτοδίκαιη, της κρίσεως του ανωτέρω συμβουλίου περί των προσόντων, των ικανοτήτων και της εν γένει υπηρεσιακής αποδόσεως των διοικητικών υπαλλήλων οι οποίοι κατέχουν τις θέσεις αυτές και οι οποίοι, κατόπιν της ανωτέρω κρίσεως, τίθενται σε διαθεσιμότητα (βλ. ΣτΕ Ολομ. 3354/2013 και Ολομ. 3170/2014).

19. Επειδή, απαραδέκτως προβάλλονται αυτοτελείς λόγοι ακυρώσεως κατά της συμπροσβαλλόμενης από 20.9.2013 «αποφάσεως» του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης, η οποία δεν έχει, κατά τα προεκτεθέντα, εκτελεστό χαρακτήρα (σκέψη 5). Κατά την γνώμη, όμως, του Συμβούλου Γ. Ποταμιά, ο οποίος μειοψήφησε, η εν λόγω πράξη έχει εκτελεστό χαρακτήρα και παραδεκτώς προσβάλλεται με αυτοτελείς λόγους ακυρώσεως. Ειδικότερα, είναι βάσιμος ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι η πράξη αυτή (και, συνεπώς, και η εκδοθείσα σε εκτέλεσή της προσβαλλόμενη κοινή υπουργική απόφαση) είναι ακυρωτέα για λόγους ασφαλείας δικαίου διότι, αν και κανονιστική, δεν δημοσιεύθηκε.

20. Επειδή, το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών υπέβαλε την από 31.10.2013 «αίτηση συνέχισης δίκης» κατά το άρθρο 32 παρ. 3 του π.δ/τος 18/1989 (Α΄ 8), για την περίπτωση που ήθελε κριθεί ότι συντρέχει περίπτωση καταργήσεως της δίκης λόγω αντικαταστάσεως της ρητώς προσβαλλομένης 135211/Β2/23.9.2013 κοινής υπουργικής αποφάσεως από την εκδοθείσα μετά την άσκηση της κρινομένης αιτήσεως τροποποιητική 150539/Β2/15.10.2013 ομοία. Προέβαλε δε συναφώς και την αιτίαση ότι η τελευταία αυτή πράξη είναι ακυρωτέα διότι εκδόθηκε χωρίς να τηρηθεί η προβλεπομένη από το άρθρο 90 παρ. 1 του ν. 4172/2013 διαδικασία (απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης και Ειδική Έκθεση Τεκμηρίωσης) αλλά και για τον λόγο ότι δεν τεκμηριώνονται προσηκόντως οι επελθούσες με την νεότερη αυτή πράξη τροποποιήσεις της αρχικής ρυθμίσεως. Και οι λόγοι αυτοί, όμως, είναι, εν πάση περιπτώσει, απορριπτέοι διότι ήδη με την «απόφαση» της 20.9.2013 του Κυβερνητικού Συμβουλίου Μεταρρύθμισης, στην συνέχεια της οποίας εξεδόθη η προσβαλλομένη με την κρινόμενη αίτηση 135211/Β2/23.9.2013 κοινή υπουργική απόφαση, είχε γίνει δεκτό ότι «είναι πιθανό να προκύψει ανάγκη μερικής τροποποίησης των σχεδίων στελέχωσης και των σχετικών [κοινών υπουργικών αποφάσεων] κατάργησης θέσεων [και ότι, συνεπώς, δεν απαιτείται η τήρηση εκ νέου της προβλεπομένης διαδικασίας ή η ειδική τεκμηρίωση των επερχομένων τροποποιήσεων] … βάσει των επικαιροποιημένων στοιχείων που αποστέλλονται ανά διαστήματα στα Υπουργεία από το Μητρώο Μισθοδοτούμενων Ελληνικού Δημοσίου» εφ’ όσον «οι όποιες τροποποιήσεις – προσαρμογές τυχόν απαιτηθούν στην ακριβή περιγραφή των καταργούμενων θέσεων εργασίας αποτελούν απλά απαραίτητες προσαρμογές – ρυθμίσεις για την εξασφάλιση της αρτιότητας και της ορθότητας της τεχνικής διαδικασίας αποτίμησης των προσόντων των υπαλλήλων, ώστε να ταυτοποιηθούν αυτοί που θα ενταχθούν στο σχήμα της διαθεσιμότητας – κινητικότητας».

ΣΕ 1446/2008 σώρρευση ατομικών πράξεων

4. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης εκδόθηκε, με βάση την ανωτέρω προσβαλλόμενη κανονιστική πράξη, ο πίνακας προσληπτέων αναπληρωτών εκπαιδευτικών Β/θμιας εκπαίδευσης ο οποίος κυρώθηκε με την 103057/Δ2/6.1.2006 απόφαση της Υπουργού Εθνικής Παιδείας. Εν όψει τούτου, πρέπει να θεωρηθεί ότι συμπροσβάλλεται με την κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως ο πίνακας αυτός που συνιστά σώρρευση ατομικών διοικητικών πράξεων και αποτελεί τη μόνη παραδεκτώς προσβαλλόμενη πράξη, δεδομένου ότι σ’ αυτήν ενσωματώθηκε η ως άνω προσβαλλόμενη κανονιστική απόφαση, η οποία απέβαλε, λόγω της ενσωμάτωσης αυτής, την εκτελεστότητά της και δεν προσβάλλεται πλέον αυτοτελώς (βλ. ΣτΕ 2169-72/2004, 1451-55/2006, 2384/2006). Εξάλλου, τυχόν πλημμέλειές της ως άνω κανονιστικής απόφασης αποτελούν πλημμέλειες και της μεταγενέστερης και μόνης παραδεκτώς προσβαλλόμενης πράξης και, συνεπώς, οι προβαλλόμενοι λόγοι ακυρώσεως πρέπει να εξετασθούν ως λόγοι ακυρώσεως στρεφόμενοι κατά της πράξης αυτής. Με τα δεδομένα αυτά δεν παραβιάζεται το συνταγματικά κατοχυρωμένο (αρθρ. 95 παρ. 1, 20 παρ. 1 Συντ.) δικαίωμα του αιτούντος για παροχή αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, και, επομένως, τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμα.

ΣΕ 2413/2017 πραγματοπαγής διοικητική πράξη
10. Επειδή, προβάλλεται ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου (άρθρο 114 παρ. 3 και 5 του ν. 1892/1990) και με ανεπαρκείς αιτιολογίες η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε την προσφυγή και ακύρωσε το επίμαχο πρωτόκολλο, διότι κατά τον νόμο η πράξη κατεδάφισης έχει πραγματοπαγή χαρακτήρα, αφορά δηλαδή το ίδιο το κτίσμα (ΣτΕ 1938/2008), για το δε πρωτόκολλο επιβολής ειδικής αποζημίωσης ο νόμος προβλέπει την εις ολόκληρο οφειλή κυρίου, νομέα ή κατόχου, ενώ αυτό, ως πραγματοπαγής πράξη αφορά αυτό τούτο το αυθαίρετο κτίσμα και όχι τον ιδιοκτήτη, νομέα, κάτοχο ή κατασκευαστή του και τυχόν εσφαλμένη αναγραφή του προσώπου του ιδιοκτήτη δεν επιδρά επί του κύρους του (ΣτΕ 2888/2004, 1170/2001, 2831/1999). Ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι απορριπτέος, προεχόντως διότι προβάλλεται προκειμένου να θεμελιωθεί το βάσιμο του αντίστοιχου λόγου αναιρέσεως και όχι για το παραδεκτό της προβολής του λόγου αυτού, εν πάση, όμως, περιπτώσει οι ως άνω αποφάσεις 1938/2008, 1170/2001, 2831/1999 του Συμβουλίου της Επικρατείας, κατ’ επίκληση των οποίων προβάλλεται ο εν λόγω ισχυρισμός, αφορούν τη διαταγή κατεδάφισης αυθαιρέτου κτίσματος σε δάσος ή δασική έκταση και όχι την επιβολή ειδικής αποζημίωσης, η δε απόφαση 2888/2004 αφορά μεν πρωτόκολλο ειδικής αποζημίωσης στο οποίο αναγράφεται εσφαλμένα ο αποδέκτης του πρωτοκόλλου, αλλά όχι το προαναφερθέν ζήτημα που έκρινε η αναιρεσιβαλλομένη, ότι δηλαδή μη νομίμως επιβλήθηκε η ειδική αποζημίωση σε βάρος της αναιρεσίβλητης, καθώς, όπως δέχθηκε το δικάσαν «δεν προκύπτει ότι η προσφεύγουσα ήταν κατά το κρίσιμο χρονικό διάστημα κυρία, νομέας ή κάτοχος του κατεδαφιστέου κτίσματος». Επομένως, και υπό την εκδοχή ότι με τον προαναφερθέντα ισχυρισμό του Δημοσίου προβάλλεται ισχυρισμός και για το παραδεκτό του προαναφερθέντος λόγου αναιρέσεως, ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

ΣΕ 2220/2017 γενική ατομική πράξη (ατομική πράξη γενικής εφαρμογής)

8. Επειδή, το π.δ. της 21.6.1996, με το οποίο τροποποιήθηκε το προηγούμενο, από 20.9.1995, π.δ. και χωροθετήθηκε ο επίδικος ΣΜΑ σε χώρο, περικλειόμενο από τις οδούς Κηφισσού, Αγίας ΄Αννης, Πέτρου Ράλλη και Ορφέως, εκτάσεως 18 στρεμμάτων, τον οποίο το διάταγμα του 1995 προόριζε για κοινόχρηστο χώρο πρασίνου, συνιστά γενική ατομική πράξη, της οποίας το κύρος, κατά το μέρος που προβαίνει στον καθορισμό κοινωφελούς χώρου, δεν ελέγχεται παρεμπιπτόντως (πρβλ. ΣτΕ 2281/1992 Ολομ. 55/1993 Ολομ. 412/1993 Ολομ.). Συνεπώς, ο λόγος ακυρώσεως, με τον οποίο προβάλλεται ότι το π.δ. της 21.6.1996 αντιβαίνει στον ορθολογικό πολεοδομικό σχεδιασμό και θίγει το πολεοδομικό κεκτημένο της περιοχής και ότι, κατά συνέπεια, οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, οι οποίες στηρίζονται στην ανωτέρω πολεοδομική ρύθμιση, είναι μη νόμιμες, είναι απορριπτέος ως απαραδέκτως προβαλλόμενος.

ΣΕ 3297/2015
Υπουργική απόφαση, με την οποία, κατ’ ουσίαν αποφασίζεται, η επ’ αόριστον αναστολή καταβολής των πρόσθετων επικουρικών συνταξιοδοτικών παροχών, τροποποιούσα υφιστάμενο κανονιστικό πλαίσιο περί χορηγήσεως των παροχών αυτών, παρά το γεγονός ότι τιτλοφορείται διαπιστωτική, φέρει κανονιστικό χαρακτήρα.
15. Επειδή, περαιτέρω, η 217/66/30.4.2014 πράξη του δ.σ. του ΕΤΕΑ, επαναλαμβάνει κατ’ ουσίαν το περιεχόμενο της Φ.80000/οικ.7795/ 300/9.4.2014 απόφασης του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, χωρίς να προβαίνει σε εκτίμηση νεωτέρων στοιχείων, αφορά δε και αυτή, όπως και η πιο πάνω υπουργική απόφαση, τόσο τους νυν όσο και τους μελλοντικούς συνταξιούχους, ήτοι αόριστο αριθμό προσώπων. Με την απόφασή του δε αυτή το δ.σ. του ΕΤΕΑ, το οποίο δεν έχει, κατά τα ήδη εκτεθέντα, κανονιστική αρμοδιότητα να θέτει κανόνες ως προς το ζήτημα της χορήγησης ή διακοπής χορήγησης ή αυξομείωσης των επίμαχων κοινωνικοασφαλιστικών παροχών, προβαίνει στη διακοπή της καταβολής των ενλόγω παροχών, σε εφαρμογή της ως άνω Φ.80000/οικ.7795/300/9.4.2014 απόφασης του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας. Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η 217/66/30.4.2014 απόφαση του δ.σ. του ΕΤΕΑ δεν αποτελεί γενική ατομική πράξη και άρα δεν ανήκει στην αρμοδιότητα των διοικητικών δικαστηρίων ως διαφορά ουσίας, αλλά στην ακυρωτική αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Επικρατείας για τους λόγους που προαναφέρθηκαν ως προς την Φ.80000/οικ.7795/300/9.4.2014 απόφαση του Υπουργού Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Πρόνοιας, πλην απαραδέκτως προσβάλλεται με τη με αρ. καταθ. 2086/2014 αίτηση διότι ως πράξη εκτέλεσης της ως άνω υπουργικής απόφασης στερείται εκτελεστού χαρακτήρα. Ως εκ τούτου, η με αρ. καταθ. 2086/2014 αίτηση της ΠΕΣΤΥ κατά του ΕΤΕΑ που στρέφεται κατά της ανωτέρω πράξης του ενλόγω Ταμείου πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Περαιτέρω, ενόψει του μη εκτελεστού χαρακτήρα της ως άνω 217/66/30.4.2014 πράξης του δ.σ. του ΕΤΕΑ πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη και η με αρ. καταθ. 2146/2014 αίτηση, καθ’ ο μέρος με αυτή, ζητείται η ακύρωση της ως άνω μη εκτελεστής πράξης χωρίς μάλιστα να προβάλλονται αυτοτελείς λόγοι ακύρωσής της, από τους ... (δεύτερη, τρίτη και τέταρτο των αιτούντων).

ΣΕ 1099/1987 – σώρευση ατομικών πράξεων

Στη παρ. 6 του άρθρου 79 του Γ.Ο.Κ. (Ν.Δ. 8/1973), όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 4 του Ν.682/1977 (Α' 171), που σε εφαρμογή της εκδόθηκε το προσβαλλόμενο διάταγμα, ορίζεται ότι "δια π.Δ/των εκδιδομένων προτάσει του Υπουργού Δημοσίων Εργων κατόπιν ητιολογημένης εκθέσεως της κατά περίπτωσιν αρμοδίας Υπηρεσίας, δύναται προς διατήρησιν ιδιαιτέρου ιστορικού, λαογραφικού, πολεοδομικού, αισθητικού ή και αρχιτεκτονικού χαρακτήρος να χαρακτηρίζωνται κτίρια ως διατηρητέα ή Οικισμοί ή Τμήματα αυτών ως παραδοσιακοί και να θεσπίζονται όροι και περιορισμοί δομήσεως διάφοροι των δια του παρόντος Ν.Δ/τος καθοριζομένων τοιούτων". Ο χαρακτηρισμός ως διατηρητέων περισσότερων του ενός κτιρίων, που γίνεται με διάταγμα εκδιδόμενο σε εφαρμογή της πιο πάνω διατάξεως, αποτελεί σώρευση ατομικών πράξεων και όχι γενική ατομική πράξη εφ' όσον είναι προϊόν εκτιμήσεως των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών κάθε ενός κτιρίου και συνοδεύεται, όπως εν προκειμένω, από διαφορετική για το κάθε ένα κτίριο αιτιολογία. Ετσι η προθεσμία για την επί ακυρώσει προσβολή του χαρακτηρισμού αυτού αρχίζει από την κοινοποίηση ή τη γνώση του σχετικού διατάγματος. Γι' αυτό εμπροθέσμως ασκείται η κρινόμενη αίτηση κατά το μέρος της τούτο εφ' όσον δεν προκύπτει κοινοποίηση ή γνώση του πιο πάνω δ/τος σε χρόνο που να τη καθιστά εκπρόθεσμη. Εξ άλλου όμως οι ειδικοί όροι, απαγορεύσεις και περιορισμοί που επιβάλλονται επί τη βάσει της διατάξεως αυτής και αποβλέπουν στην αποκατάσταση της αρχικής μορφής του κτιρίου ή στη διατήρηση του χαρακτήρα του ακόμη και κατά παρέκκλιση των κοινών πολεοδομικών διατάξεων έχουν κανονιστικό χαρακτήρα και όταν αναφέρονται σε ορισμένα ή ορισμένο κτίριο. Γιατί το περιεχόμενο των όρων αυτών διαμορφώνεται ανάλογα με τον αρχιτεκτονικό ρυθμό του διατηρητέου κτιρίου και τα γενικά χαρακτηριστικά (λαογραφικά, ιστορικά, πολεοδομικά) της περιόδου που αποτελεί χαρακτηριστικό της δείγμα. Ετσι η ρύθμιση αυτή δεν αναφέρεται σε ορισμένη περίπτωση αλλά σε ολόκληρη κατηγορία. Γι' αυτό η κρινόμενη αίτηση κατά το μέρος της που πλήττει ευθέως την επιβολή των πιο πάνω υποχρεώσεων, όρων και περιορισμών πρέπει να απορριφθεί ως εκπρόθεσμη γιατί κατατέθηκε στην Γραμματεία του ΣτΕ την 6.4.1984, δηλ. μετά την πάροδο εξήντα ημερών από τη δημοσίευση του πιο πάνω δ/τος (7.10.1983).

ΔΙΑΠΙΣΤΩΤΙΚΕΣ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ

ΣΕ 4046/2015
7. Επειδή, επί του ζητήματος της νομιμότητας της παρατάσεως των περιβαλλοντικών όρων του έργου, οι αιτούντες, με το από 16.10.2014 υπόμνημά τους, προβάλλουν ότι οι συμπροσβαλλόμενες διαπιστωτικές πράξεις έχουν εκδοθεί κατά παράβαση του άρθρου 2 παρ. 8 περ. γ΄ του ν. 4014/2011, καθόσον, για τη διαπίστωση περί μη μεταβολής των νομοθετικών και πραγματικών δεδομένων επί των οποίων στηρίχθηκε η έγκριση των αρχικών περιβαλλοντικών όρων, οι αρμόδιες υπηρεσίες στηρίχθηκαν αποκλειστικώς και μόνον στην υποβληθείσα υπεύθυνη δήλωση του νομίμου εκπροσώπου της παρεμβαίνουσας, χωρίς να εκφέρουν ιδία κρίση μετά από νέα ουσιαστική έρευνα περί της συνδρομής των προϋποθέσεων που τάσσει ο νόμος. Ο λόγος, ωστόσο, αυτός, όπως προβάλλεται, τυγχάνει απορριπτέος, διότι οι αιτούντες δεν αμφισβητούν, με την επίκληση συγκεκριμένων ισχυρισμών, ότι, στην προκειμένη περίπτωση, επήλθε πράγματι ουσιώδης μεταβολή των δεδομένων επί των οποίων στηρίχθηκαν οι εκπονηθείσες μελέτες περιβαλλοντικών επιπτώσεων και η εγκριτική αυτών απόφαση, κατά τρόπον ώστε να καθίσταται επιβεβλημένη η ειδικότερη αιτιολόγηση της σχετικής αποφάσεως της διοικήσεως και, ελλείψει αυτής, μη νόμιμη η ανανέωση των αρχικώς εγκριθέντων περιβαλλοντικών όρων, χωρίς την εξ αρχής τήρηση της διαδικασίας περιβαλλοντικής αδειοδοτήσεως. Υπό τα δεδομένα αυτά, λόγω της εκδόσεως των προαναφερόμενων διαπιστωτικού χαρακτήρα πράξεων και της δι’ αυτών παρατάσεως της ισχύος των αρχικώς εγκριθέντων περιβαλλοντικών όρων, η πρώτη εκ των προσβαλλομένων πράξεων εξακολουθεί να είναι εν ισχύ, για τον λόγο δε αυτό η παρούσα ακυρωτική δίκη πρέπει να θεωρηθεί ότι διατηρεί το αντικείμενό της.

ΣΕ 3354/2014
10. Επειδή, κατά την έννοια των διατάξεων που παρατίθενται στην έβδομη σκέψη, αυθαίρετα κτίσματα ανεγειρόμενα εν μέρει ή εν όλω εντός του αιγιαλού ή εντός της θάλασσας κατεδαφίζονται υποχρεωτικώς. Οι δια¬τάξεις αυτές, ειδικές σε σχέση με τις γενικές διατάξεις περί αυθαιρέτων κα¬τασκευών, αποσκοπούν στην άμεση και αποτελεσματική προστασία του αιγιαλού και του θαλασσίου χώρου και επιβάλλουν την αποκατάσταση της μορφής τους, η οποία έχει αλλοιωθεί με την χωρίς άδεια ανέγερση πάσης φύσεως τεχνικού έργου, κτίσματος ή κατασκευάσματος. Περαιτέρω, το μέ¬τρο της κατεδάφισης κτισμάτων ανεγερθέντων χωρίς την προβλεπόμενη από τη νομοθεσία περί αιγιαλού διοικητική άδεια πρέπει, καταρχήν, να λαμβάνεται οποτεδήποτε και αν έχει λάβει χώρα η ανέγερσή τους (πρβλ. ΣτΕ 2686/2007, 3793/2004), ακόμη, δηλαδή, και αν αυτά έχουν ανεγερθεί πριν από την οριοθέτηση του αιγιαλού με διοικητική πράξη, αφού ο αιγια¬λός δεν δημιουργείται με σχετική πράξη της Πολιτείας, αλλά προκύπτει από φυσικά φαινόμενα, δηλαδή τις μεγαλύτερες αλλά συνήθεις αναβάσεις των κυμάτων, η δε προβλεπόμενη στο νόμο διαδικασία καθορισμού των ορίων του δεν αποσκοπεί παρά στη διαπίστωση του πραγματικού αυτού γεγονότος. Αντιστοίχως, και πάντοτε στην περίπτωση που δεν έχει καθο¬ρισθεί ο αιγιαλός με εκδιδόμενη κατά νόμο διαπιστωτική διοικητική πράξη, κάθε διοικητική αρχή, επιλαμβανόμενη ζητήματος, για την επίλυση του οποίου είναι κρίσιμο στοιχείο ο προσδιορισμός των ορίων του αιγιαλού, οφείλει να προβεί σε παρεμπίπτουσα και αιτιολογημένη με συγκεκριμένα στοιχεία κρίση για την συνδρομή του πιο πάνω πραγματικού γεγονότος που προσδιορίζει τα όρια του αιγιαλού (πρβλ. ΣτΕ 50/2010, 3483/2003, 378/2002 κ.ά.), την υποχρέωση δε αυτή έχει και η πολεοδομική αρχή, επι¬λαμ¬βανόμενη αιτήματος να επιτρέψει την ανέγερση κτίσματος, που υπο¬βάλλεται με βάση τις διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας. Εξάλλου, στην περίπτωση που η ανέγερση του κτίσματος εντός του αιγιαλού έχει λάβει χώρα χωρίς άδεια εκδοθείσα με βάση τη νομοθεσία περί αιγιαλού, αλλά βάσει οικοδομικής άδειας εκδοθείσης σε χρόνο κατά τον οποίο δεν είχε οριοθετηθεί ο αιγιαλός με διοικητική πράξη, η έκδοση πρωτοκόλλου κατεδάφισης του κτίσματος που ανεγέρθηκε κατ' εφαρμογή της οικοδομι¬κής αυτής άδειας εντός του αιγιαλού, οριοθετηθέντος εκ των υστέρων κατά τρόπο ώστε να περιλαμβάνει το κτίσμα αυτό, δεν είναι επιτρεπτή. Και τού¬το διότι, στην περίπτωση αυτή, η ανέγερση του κτίσματος δεν έχει λά¬βει χώρα χωρίς άδεια, αλλά βάσει οικοδομικής άδειας που την επιτρέπει και παρίσταται, πάντως, ως προϊόν παρεμπίπτουσας κρίσης της οικείας διοι¬κητικής αρχής περί των ορίων του αιγιαλού ως φυσικού φαινομένου, η δε ορθότητα και η νομιμότητα της κρίσης αυτής, που δεν θα ήταν, άλλω¬στε, δυνατόν να αμφισβητηθούν ακόμη και από τον καλόπιστο διοικούμενο που υπέβαλε το αίτημα για την έκδοση της οικοδομικής άδειας σε χρόνο που δεν είχε εκδοθεί η σχετική διαπιστωτική πράξη της Διοίκησης, δεν επι¬τρέ¬πεται να ελεγχθεί παρεμπιπτόντως ούτε από το αρμόδιο για την έκ¬δοση του πρωτοκόλλου κατεδάφισης κατά την περί αιγιαλού νομοθεσία διοι¬κητικό όργανο. Η έκδοση, αντιθέτως, του πρωτοκόλλου κατεδάφισης χωρεί νομίμως μετά την ανάκληση της οικοδομικής άδειας (πρβλ. ΣτΕ 3942/2013, 4568/2011, 3998/2008 κ.ά.) η οποία μη νομίμως είχε επιτρέψει την ανέγερση του κτίσματος. Είναι, εξάλλου, αυτονόητο ότι, τυχόν, λόγοι υπέρ¬τερου δημοσίου συμφέροντος, οι οποίοι θα επέβαλλαν την ανάκληση της προαναφερόμενης οικοδομικής άδειας, και μπορεί να συνδέονται με την προστασία του ευπαθούς οικοσυστήματος του αιγιαλού, πρέπει να λαμ¬βάνονται υπόψη προκειμένου να ανακληθεί η άδεια αυτή, συνεκτιμώμενοι, μεταξύ άλλων, με τον διαδραμόντα από την έκδοση της άδειας χρόνο, καθώς και με τα κτηθέντα από καλοπίστους διοικουμένους δικαιώ¬ματα, σύμ-φωνα με τις γενικές αρχές ανάκλησης διοικητικών πράξεων (πρβλ. ΣτΕ 2177/2004 Ολομ.).

ΣΕ 301/2020 ΠΟΝΕ

Συγκεκριμένα, το διοικητικό εφετείο έκρινε ότι ενόψει της, κατά τα ανωτέρω, παρόδου μακρού χρονικού διαστήματος περιορισμού της ιδιοκτησίας της, η παράλειψη της Διοίκησης να εξετάσει την από 30-9-1996 αίτησή της και να κρίνει αν συνέτρεχε περίπτωση αναγκαστικής απαλλοτρίωσης του ακινήτου της ή καταβολής αποζημίωσης σ’ αυτήν ή τέλος, αποδέσμευσής του εάν κρινόταν αιτιολογημένα ότι δεν ήταν αναγκαία η διατήρηση της δέσμευσής του, από πλευράς εφαρμογής της αρχαιολογικής νομοθεσίας -μη έχουσα επιβεβαιωτικό χαρακτήρα των σιωπηρών αρνήσεων που εκδηλώθηκαν σε απώτερο χρόνο- συνιστά παράνομη παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας και δημιουργεί κατ’ αρχήν ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωσή της. Στη συνέχεια το διοικητικό εφετείο, δικάζοντας την αγωγή της αναιρεσείουσας, δέχθηκε ότι από τα προσκομισθέντα ενώπιον του αποδεικτικά στοιχεία δεν προκύπτουν προπαρασκευαστικές πράξεις της ή άλλες περιστάσεις, από τις οποίες να πιθανολογείται πρόθεσή της να οικοδομήσει στο ακίνητό της ξενοδοχειακό συγκρότημα, αλλά, αντιθέτως, φαίνεται ότι αυτή είχε πρόθεση να οικοδομήσει επί αυτού οικία. Εξάλλου, κατά το δικάσαν διοικητικό εφετείο, μόνες οι αναφορές της αναιρεσείουσας ότι στην περιοχή ανεγείρονται ξενοδοχειακά συγκροτήματα λόγω της τουριστικής της ανάπτυξης δεν αρκούν για να πιθανολογηθεί αντίστοιχη πρόθεσή της. Με τις σκέψεις αυτές, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έκρινε ότι δεν πιθανολογείται η κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων ύπαρξη διαφυγόντος κέρδους και άρα ζημίας από την απώλεια μισθωμάτων διαμερισμάτων ξενοδοχειακού συγκροτήματος, απορρίπτοντας ως αβάσιμη τη σχετική αξίωση της αναιρεσείουσας. Τέλος, το δικάσαν διοικητικό εφετείο έκρινε ότι η ως άνω παράνομη παράλειψη των αρμοδίων οργάνων του αναιρεσιβλήτου επέφερε στην αναιρεσείουσα ηθική βλάβη προκαλώντας σ’ αυτήν ταλαιπωρία και απογοήτευση ως προς την απόλαυση της ιδιοκτησίας της και την εμπέδωση αισθήματος δικαίου και νομιμότητας, ενόψει των συνθηκών υπό τις οποίες τελέσθηκε, μετά, δηλαδή, την επί μακρόν επιβολή περιορισμών στη ιδιοκτησία της και την αδυναμία επίλυσης από τη Διοίκηση του επίμαχου αυτού ζητήματος, παρά τις αλλεπάλληλες αιτήσεις της. Με τις σκέψεις αυτές, το δικάσαν διοικητικό εφετείο δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσείουσας και αναγνώρισε την υποχρέωση του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου να της καταβάλει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000,00) ευρώ, ως χρηματική αποζημίωση λόγω ηθικής βλάβης.

ΣΕ 866/2020

5. Επειδή, όπως έχει κριθεί, όταν ζητείται από ενδιαφερόμενο ο επανακαθορισμός των ορίων αιγιαλού, παλαιού αιγιαλού ή παραλίας, που έχουν, κατά την άποψή του, καθορισθεί κατά το παρελθόν εσφαλμένως, η Διοίκηση οφείλει κατ’ αρχήν να επιλαμβάνεται του αιτήματος, υπό την προϋπόθεση ότι ο ενδιαφερόμενος προσκομίζει στην αρμόδια Κτηματική Υπηρεσία συγκεκριμένα κρίσιμα στοιχεία για την απόδειξη του σφάλματος που εμφιλοχώρησε κατά τον αρχικό καθορισμό. Κατ’ ακολουθίαν, η παράλειψη της Διοίκησης να αποφανθεί επί αιτήματος επανακαθορισμού των ορίων αιγιαλού, παλαιού αιγιαλού ή παραλίας, η οποία συνοδεύεται από συγκεκριμένα στοιχεία, συνιστά παράλειψη οφειλόμενης ενέργειας, υποκείμενη σε αίτηση ακυρώσεως, οι δε πράξεις, με τις οποίες η Διοίκηση απορρίπτει για οποιοδήποτε λόγο ή αρνείται να εξετάσει την αίτηση αυτή έχουν εκτελεστό χαρακτήρα (ΣτΕ 647/2019 κ.ά.).

ΣΕ 201/2019

Ακυρωτική διαφορά - Εκτελεστή παράλειψη -. Ακυρωτική διαφορά ενώπιον του ΣτΕ δεν προκαλεί κάθε μονομερής διοικητική πράξη παράγουσα έννομα αποτελέσματα, αλλά μόνον εκείνη, η οποία, στο πλαίσιο των διατάξεων που διέπουν τη δημόσια διοικητική δράση, επιδιώκει δημόσιο σκοπό. Οι λοιπές μονομερείς πράξεις της Διοίκησης, όσες, δηλαδή, δεν μετέχουν του λειτουργικού αυτού στοιχείου και κινούνται σε κύκλο σχέσεων του ιδιωτικού δικαίου, δημιουργούν διαφορές που ανήκουν στη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων. Ταμείο Εθνικής Άμυνας. Αξιοποίηση στρατοπέδων. Παραχώρηση ακινήτων ιδιοκτησίας ΤΕΘΑ προς ΟΤΑ. Η μεταβίβαση κυριότητας, εκμίσθωση ή παραχώρηση χρήσης της ακίνητης περιουσίας του Ταμείου Εθνικής Άμυνας (ΤΕΘΑ), μεταξύ άλλων, και στους οικείους ΟΤΑ, επιδιώκουν εξυπηρέτηση σκοπών γενικού ή τοπικού συμφέροντος, συνιστάμενους σε κοινωφελείς εξυπηρετήσεις και βελτίωση των περιβαλλοντικών συνθηκών, αλλά και του ότι τα έσοδα από το Πρόγραμμα Αξιοποίησης Ακινήτων διατίθενται για σκοπούς εθνικής άμυνας και δεν ενεργούνται με βάση κριτήρια διαχείρισης της ιδιωτικής περιουσίας του Δημοσίου. Ως εκ τούτου, οι διαφορές που γεννώνται από την εφαρμογή των σχετικών διατάξεων είναι διοικητικές, υπαγόμενες στην ακυρωτική αρμοδιότητα του ΣτΕ. Έννοια εκτελεστής παράλειψης. Παράλειψη οφειλομένης νόμιμης ενέργειας, προσβλητή με αίτηση ακύρωσης, υπάρχει, όταν ειδική διάταξη νόμου επιβάλλει στη Διοίκηση την υποχρέωση να ενεργήσει ή να ρυθμίσει συγκεκριμένη σχέση με την έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξης, εφ’ όσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες από την ειδική αυτή διάταξη προϋποθέσεις και υποβληθεί σχετική αίτηση του διοικουμένου ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, συνοδευόμενη από τα απαραίτητα δικαιολογητικά. Τέτοια υποχρέωση δεν νοείται, όταν η Διοίκηση δεν έχει δέσμια αρμοδιότητα, αλλά διακριτική ευχέρεια.

12. Επειδή, κατά την έννοια της παρ. 4 του α άρθρου 18 του π.δ. 18/1989, παράλειψη οφειλομένης νόμιμης ενέργειας προσβλητή με αίτηση ακυρώσεως υπάρχει, όταν ειδική διάταξη νόμου επιβάλλει στη Διοίκηση την υποχρέωση να ενεργήσει ή να ρυθμίσει συγκεκριμένη σχέση με την έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξης, εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες από την ειδική αυτή διάταξη προϋποθέσεις (ΣτΕ 2213/2017, 221/2016, 3195/2015, 3965/2014, 2380/2013) και υποβληθεί σχετική αίτηση του διοικουμένου ενώπιον του αρμόδιου διοικητικού οργάνου, συνοδευόμενη από τα απαραίτητα δικαιολογητικά (ΣτΕ 2309/2016, 580/2006, κ.ά.). Τέτοια υποχρέωση όμως δεν νοείται, όταν η Διοίκηση δεν έχει δέσμια αρμοδιότητα, αλλά διακριτική ευχέρεια. (ΣτΕ 31/2002).

ΣΕ 986/2019
Το δικαίωμα πρόσβασης σε διοικητικά έγγραφα αφορά μόνον έγγραφα που έχουν ήδη εκδοθεί και φυλάσσονται στην αρμόδια υπηρεσία και όχι αυτά που είναι ενδεχόμενο να εκδοθούν στο μέλλον, και συνεπώς δεν συντελείται παράλειψη οφειλόμενης νόμιμης ενέργειας όταν η κατ' άρθρο 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας αίτηση χορήγησης εγγράφων δεν αφορά συγκεκριμένα έγγραφα που έχουν ήδη εκδοθεί.
5. Επειδή, στην παρ. 1 του άρθρου 45 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8) ορίζεται ότι «Η αίτηση ακυρώσεως για υπέρβαση εξουσίας ή παράβαση νόμου επιτρέπεται μόνο κατά των εκτελεστών πράξεων των διοικητικών αρχών και των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, που δεν υπόκεινται σε άλλο ένδικο μέσο ενώπιον δικαστηρίου», στη δε παρ. 4 ότι «Στις περιπτώσεις που ο νόμος επιβάλλει σε κάποια αρχή να ρυθμίσει συγκεκριμένη σχέση με την έκδοση εκτελεστής πράξης, η οποία υπάγεται στους όρους της παραγράφου 1, η αίτηση ακυρώσεως είναι δεκτή και κατά της παράλειψης της αρχής να προβεί σε οφειλόμενη νόμιμη ενέργεια. Η αρχή θεωρείται ότι αρνείται την ενέργεια αυτή, όταν παρέλθει άπρακτη η ειδική προθεσμία που τυχόν τάσσει ο νόμος, διαφορετικά όταν παρέλθει τρίμηνο από την υποβολή της σχετικής αιτήσεως στη Διοίκηση, η οποία είναι υποχρεωμένη να χορηγεί ατελώς βεβαίωση για την ημέρα υποβολής της αίτησης αυτής. Αίτηση ακυρώσεως που ασκείται πριν παρέλθουν οι παραπάνω προθεσμίες είναι απαράδεκτη. Με την αίτηση ακυρώσεως που ασκείται παραδεκτώς κατά σιωπηρής αρνήσεως λογίζεται ότι συμπροσβάλλεται και η τυχόν μεταγενέστερη ρητή αρνητική πράξη της Διοίκησης, η οποία μπορεί πάντως να προσβάλλεται και αυτοτελώς». Κατά την έννοια της παρ. 4 του ανωτέρω άρθρου, παράλειψη οφειλομένης νόμιμης ενέργειας προσβλητή με αίτηση ακύρωσης υπάρχει, όταν ειδική διάταξη νόμου επιβάλλει στη Διοίκηση την υποχρέωση να ενεργήσει ή να ρυθμίσει συγκεκριμένη σχέση με την έκδοση εκτελεστής διοικητικής πράξης, εφόσον συντρέχουν οι προβλεπόμενες από την ειδική αυτή διάταξη προϋποθέσεις (ΣτΕ 2950/2016, 4531/2009, 1205/2002 κ.ά.). Συνεπώς, αν με αίτηση ζητείται η διενέργεια υλικής ενέργειας ή η έκδοση διοικητικής πράξης που δεν έχει εκτελεστό χαρακτήρα, δεν συντελείται πράξη οφειλομένης νόμιμης ενέργειας προσβλητή με αίτηση ακύρωσης (πρβ. ΣτΕ 1748, 2199/2016). Περαιτέρω, η σιωπηρή απόρριψη εκ μέρους της Διοίκησης αιτήματος ανάκλησης διοικητικής πράξης δεν συνιστά, κατ΄ αρχήν, παράλειψη οφειλομένης νόμιμης ενέργειας, κατά την έννοια του άρθρου 45 παρ. 4 του π.δ. 18/1989 και δεν υπόκειται, ως εκ τούτου, σε αίτηση ακύρωσης (βλ. ΣτΕ 2199/2016, 1550/2011, 1041/2004 7μ). Εξάλλου, παράλειψη οφειλομένης νόμιμης ενέργειας, κατά την έννοια του άρθρου 45 παρ. 4 του π.δ. 18/1989 συντελείται, εφόσον δεν ορίζεται άλλη ειδική προθεσμία από τον νόμο, με την πάροδο τριμήνου από την υποβολή της σχετικής αίτησης του ενδιαφερομένου, συνοδευόμενης από τα απαραίτητα δικαιολογητικά (ΣτΕ 2592/2017, 1723/2016 7μ, 1332/2014 7μ, 3573/2003 7μ). Περαιτέρω, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά, κρίσιμο νομοθετικό καθεστώς, με βάση το οποίο διενεργείται ο δικαστικός έλεγχος για τη νομιμότητα της προσβαλλόμενης παράλειψης είναι το ισχύον κατά το χρόνο που συντελέστηκε η, κατά τον αιτούντα, προσβλητή με αίτηση ακύρωσης παράλειψη (ΣτΕ 2592/2017, 1723/2016 7μ, 1211/2007).
6. Επειδή, περαιτέρω, στο άρθρο 5 του Κώδικα Διοικητικής Διαδικασίας, που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2690/1999 (Α΄ 45), ορίζονται τα εξής: «Πρόσβαση σε έγγραφα 1. Κάθε ενδιαφερόμενος έχει το δικαίωμα ύστερα από γραπτή αίτησή του, να λαμβάνει γνώση των διοικητικών εγγράφων. Ως διοικητικά έγγραφα νοούνται όσα συντάσσονται από τις δημόσιες υπηρεσίες, όπως εκθέσεις, μελέτες, πρακτικά, στατιστικά στοιχεία, εγκύκλιες οδηγίες, απαντήσεις της Διοίκησης, γνωμοδοτήσεις και αποφάσεις. 2. ... 3. Το κατά τις προηγούμενες παραγράφους δικαίωμα δεν υφίσταται στις περιπτώσεις που το έγγραφο αφορά την ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτου, ή αν παραβλάπτεται απόρρητο το οποίο προβλέπεται από ειδικές διατάξεις. ... 4. Το δικαίωμα των παρ. 1 και 2 ασκείται: α) με μελέτη του εγγράφου στο κατάστημα της υπηρεσίας ή β) με χορήγηση αντιγράφου, εκτός αν η αναπαραγωγή τούτου μπορεί να βλάψει το πρωτότυπο. ... 5. ... ». Με τις ανωτέρω διατάξεις θεσπίζεται το δικαίωμα κάθε ενδιαφερομένου να λαμβάνει γνώση, υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, των διοικητικών εγγράφων, εκτός από εκείνα που αναφέρονται στην ιδιωτική ή οικογενειακή ζωή τρίτων ή αν παραβλάπτεται απόρρητο το οποίο προβλέπεται από ειδικές διατάξεις· ως διοικητικά δε έγγραφα θεωρούνται όλα τα έγγραφα που συντάσσονται από τις δημόσιες υπηρεσίες, όπως είναι, μεταξύ άλλων, και οι εκθέσεις. Το δικαίωμα αυτό ασκείται, κατά την παράγραφο 4, και με χορήγηση αντιγράφου. Περαιτέρω, για να υπάρχει υποχρέωση της Διοίκησης να επιτρέψει την πρόσβαση σε διοικητικά έγγραφα, απαιτείται να υποβληθεί γραπτή αίτηση, η οποία να αναφέρεται σε συγκεκριμένα έγγραφα. Τούτο διότι η αίτηση χορήγησης εγγράφων αφορά μόνον έγγραφα που έχουν ήδη εκδοθεί και φυλάσσονται στην αρμόδια υπηρεσία και όχι αυτά που είναι ενδεχόμενο να εκδοθούν στο μέλλον (βλ. ΣτΕ 1628/2014 7μ, 1442/2005 7μ, πρβ. ΣτΕ 2699/2008 7μ).
7. Επειδή, με τον α.ν. 941/1949, που κυρώθηκε με το ν.δ. 1305 της 31/31.10.1949 (Α΄ 301), συνεστήθη το Ταμείο Αρωγής και Υγείας Τελωνειακών Υπαλλήλων (ΤΑΥΤΥ, άρθρο 1), ορίστηκαν δε ως πόροι αυτού εισφορές επί του βασικού μισθού, επί των πάσης φύσεως λοιπών αποδοχών και επί των δικαιωμάτων εκτελέσεως τελωνειακών εργασιών (ΔΕΤΕ, άρθρο 3). Οι τελευταίες αυτές παροχές προβλέφθηκαν το πρώτον με το άρθρο 3 του ν. 928/1917 (Α΄ 218) ως αποζημίωση των τελωνειακών υπαλλήλων «διά τας εκτάκτους υπηρεσίας» και συνέχισαν να καταβάλλονται σ΄ αυτούς δυνάμει νεώτερων νομοθετημάτων, μεταξύ των οποίων και ο ν. 1798/1988 (Α΄ 166). Ειδικότερα, με τις διατάξεις του άρθρου 11 παρ. 1 και 3 του ν. 1798/1988 ορίστηκαν τα ποσά που καταβάλλονται κατ’ έτος από τους «λογαριασμούς ΔΕΤΕ», ως αποζημίωση των εν ενεργεία τελωνειακών υπαλλήλων και ως κοινωνικοασφαλιστική εισφορά υπέρ του ΤΑΥΤΥ, ορίστηκε δε το ύψος της εισφοράς αυτής σε ποσοστό 17% του συνόλου των εισπραττομένων κατ΄ έτος ΔΕΤΕ, ποσοστό το οποίο αυξήθηκε σε 20% με την 1104693/11848/0003/1989 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 738), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο 51 του ν. 1882/1990 (Α΄ 43). Ακολούθως, με τις διατάξεις του άρθρου 22 παρ. 9 του ν. 2443/1996 (Α΄ 265) ορίστηκε ότι οι εισπράξεις υπέρ του λογαριασμού ΔΕΤΕ κατατίθενται, από τη δημοσίευση του νόμου αυτού, σε ειδικό έντοκο λογαριασμό που θα δημιουργηθεί σε οποιαδήποτε από τις λειτουργούσες στην Ελλάδα αναγνωρισμένες τράπεζες. Στη συνέχεια, με τις διατάξεις του άρθρου 5 του ν. 2526/1997 (Α΄ 205) οι συσταθέντες στην Τράπεζα της Ελλάδος λογαριασμοί ΔΕΤΕ, των οποίων η διαχείριση είχε ανατεθεί σε Περιφερειακές Τελωνειακές Αρχές, ενοποιήθηκαν σε ενιαίο λογαριασμό με τον τίτλο «Δικαιώματα Εκτέλεσης Τελωνειακών Εργασιών (ΔΕΤΕ)», τελούντα υπό τη διαχείριση ειδικής επιτροπής. Κατ’ εξουσιοδότηση των διατάξεων του ίδιου άρθρου του ν. 2526/1997 εκδόθηκε η Τ.5878/2366/1998 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 1271), με την οποία καταργήθηκαν από 1.1.1999 οι τηρούμενοι σε περιφερειακά υποκαταστήματα της Τραπέζης της Ελλάδος λογαριασμοί ΔΕΤΕ και ορίστηκε ότι τα εισπραττόμενα ΔΕΤΕ κατατίθενται από τους ταμίες των τελωνειακών αρχών στον λογαριασμό 232005 που ετηρείτο στο υποκατάστημα της ΤτΕ στον Πειραιά. Ο λογαριασμός αυτός διατηρήθηκε με την 2/54820/Α0024/2000 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών (Β΄ 998) και ορίστηκε ειδική επιτροπή για τη διαχείριση και παρακολούθησή του (Τ.2614/809/2005 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, Β΄ 890), εξακολούθησε δε να χρηματοδοτεί το ΤΑΥΤΥ με ειδική εισφορά 20% επί των εισπραττομένων ΔΕΤΕ.
8. Επειδή, εξάλλου, με τις διατάξεις των άρθρων 14 έως 16 του ν. 2676/1999 (Α΄ 1) συνεστήθη από 1.4.1999 το Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων (ΤΕΑΔΥ), με σκοπό την παροχή επικουρικής σύνταξης στα υπαγόμενα στην ασφάλιση του Ταμείου αυτού πρόσωπα, εντάχθηκε δε στο ΤΕΑΔΥ, μεταξύ άλλων, το καταργηθέν με τον ίδιο νόμο ΤΑΥΤΥ και οι ασφαλισμένοι του. Στο άρθρο 17 του ως άνω νόμου ορίστηκαν τα εξής: «1. Πόροι του ΤΕΑΔΥ είναι: Α. Για τους ασφαλισμένους μέχρι 31 Δεκεμβρίου 1992. α. Μηνιαία εισφορά των ασφαλισμένων οριζομένη σε ποσοστό 5% επί των τακτικών αποδοχών που λαμβάνουν με βάση τις μισθοδοτικές καταστάσεις… β. … γ. … δ. Κράτηση 5% στις πάσης φύσεως αμοιβές των ασφαλισμένων στο Ταμείο λόγω παροχής πρόσθετης υπηρεσίας πάσης φύσεως… ε. Εισφορά εργοδότη. Από 1.1.2000 το Δημόσιο υποχρεούται σε απόδοση εργοδοτικής εισφοράς υπέρ του ΤΕΑΔΥ… Β. Για τους ασφαλισμένους από 1ης Ιανουαρίου 1993 και εφεξής: α. Για τους διοριζόμενους μετά την 1η Ιανουαρίου 1993 και ασφαλιζόμενους στο ΤΕΑΔΥ εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 22 και 32 του ν. 2084/1992… β. … Γ. α. … β. Οι τόκοι και οι πρόσοδοι των κεφαλαίων και της περιουσίας του Ταμείου. γ. Κάθε άλλο υφιστάμενο έσοδο υπέρ των καταργουμένων Ταμείων περιέρχεται στο συνιστώμενο Ταμείο. 2. … 3. Για τους ασφαλισμένους του εδαφίου Α της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου τα έσοδα που προέρχονται από παροχές μέσω ειδικών λογαριασμών εκτός του κρατικού προϋπολογισμού, πέραν της καθοριζομένης κρατήσεως από την περίπτωση δ´ του εδαφίου Α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου, περιέρχονται στο ΤΕΑΔΥ και τηρούνται σε ειδικούς λογαριασμούς αυτού, κατά φορέα προέλευσης εσόδου. Τα ποσά κάθε λογαριασμού που προκύπτουν σύμφωνα με τα ανωτέρω χορηγούνται για την αύξηση της μηνιαίας σύνταξής τους, πέραν της καθοριζομένης κάθε φορά από την παρ. 1 του εδαφίου α´ του άρθρου 19 του παρόντος, στους συνταξιούχους των φορέων από τους οποίους προέρχονται τα επιπλέον έσοδα, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ύστερα από γνώμη του ΔΣ του Ταμείου, ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα κάθε ειδικού λογαριασμού. Με αναλογιστική μελέτη, η οποία θα εκπονηθεί εντός εξαμήνου από τη δημοσίευση του παρόντος στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, προσδιορίζεται το ποσό που προήλθε από την επιπλέον κράτηση των ανωτέρω παροχών, το οποίο, με απόφαση του ΔΣ του ΤΕΑΔΥ, μεταφέρεται από το αποθεματικό των καταργουμένων ταμείων στους κατά τα ανωτέρω συνιστώμενους ειδικούς λογαριασμούς των οικείων φορέων…». Με το άρθρο 21 παρ. 5 του ν. 3232/2004 (Α΄ 48), αντικαταστάθηκε το α΄ εδάφιο της περίπτ. δ΄ της παρ. 1 Α του ν. 2676/1999 και μειώθηκε το ποσοστό της κράτησης από 5% σε 2%. Με το άρθρο 45 παρ. 2 του ν. 3220/2004 (Α΄ 15), μετά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 3 του άρθρου 17 του ως άνω ν. 2676/1999 προστέθηκαν εδάφια, ως εξής: «Ειδικά για όλους τους ασφαλισμένους του ΤΕΑΔΥ που λαμβάνουν παροχές μέσω ειδικών λογαριασμών εκτός του Κρατικού Προϋπολογισμού από ΔΙΒΕΕΤ και ΔΕΤΕ, επιβάλλεται κράτηση ή εισφορά κατά περίπτωση επί των παροχών αυτών ως ακολούθως: α) Στους δικαιούχους ΔΙΒΕΕΤ επιβάλλεται κράτηση… β) Εισφορά σε ποσοστό είκοσι επί τοις εκατό (20%), η οποία υπολογίζεται επί του συνόλου των εισπραττόμενων στα τελωνεία ΔΕΤΕ, για τους δικαιούχους ΔΕΤΕ. Από το ποσοστό αυτό αφαιρούνται οι κρατήσεις της περίπτωσης δ΄ της παραγράφου 1Α και της εισφοράς του ασφαλισμένου της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1Β του άρθρου αυτού. Το ύψος των ποσοστών των κρατήσεων ή εισφορών της παραγράφου αυτής μπορούν να αναπροσαρμόζονται με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Τα ποσά κάθε λογαριασμού, που προκύπτουν σύμφωνα με τα ανωτέρω, χορηγούνται για την αύξηση της μηνιαίας σύνταξής τους πέραν των καθοριζομένων κάθε φορά από τις παραγράφους 1 και 3 του άρθρου 19 του νόμου αυτού. Για όσους λαμβάνουν παροχές μέσω ΔΕΤΕ τα ποσοστά των αυξήσεων καθορίζονται σε συνάρτηση με τα ποσά της βασικής τους σύνταξης. Τα ποσά των προσαυξήσεων καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων ύστερα από γνώμη του ΔΣ του Ταμείου και ανάλογα με την οικονομική δυνατότητα του κάθε ειδικού λογαριασμού… Ποσά, τα οποία έχουν αποδοθεί στο ΤΕΑΔΥ και στα ταμεία που συγχωνεύθηκαν σε αυτό … από τους λογαριασμούς ΔΙΒΕΕΤ, ΔΕΤΕ ή τους δικαιούχους των λογαριασμών αυτών και τηρούνται στους ειδικούς λογαριασμούς κατά την έννοια της παραγράφου αυτής, θεωρούνται ότι καταβλήθηκαν νόμιμα υπέρ των ειδικών αυτών λογαριασμών του ΤΕΑΔΥ». Κατ’ εξουσιοδότηση της παραγράφου 3 του άρθρου 17 του ν. 2676/1999 και του άρθρου 45 του ν. 3220/2004, εκδόθηκε η Φ.20144/οικ.3902/ 150/2004 απόφαση του Υφυπουργού Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων (Β΄ 354), με την οποία καθορίστηκε η προσαύξηση που χορηγείται στις επικουρικές συντάξεις των ασφαλισμένων στο ΤΕΑΔΥ τελωνειακών υπαλλήλων, ορίσθηκε δε ότι «Τα παραπάνω ποσά χορηγούνται από τον ειδικό λογαριασμό που έχει συσταθεί στο ΤΕΑΔΥ κατ' εφαρμογή των διατάξεων της παρ. 3 του άρθρου 17 του ν. 2676/1999 … και από το κεφάλαιο που έχει σχηματισθεί από τις εισφορές επί των ΔΕΤΕ από 1.4.1999 και μετά...».
9. Επειδή, ακολούθως, με τις διατάξεις του άρθρου 2 του ν. 3697/2008 (Α΄ 194), καταργήθηκαν όλοι οι Ειδικοί Λογαριασμοί του άρθρου 1 περ. α του ιδίου νόμου, δηλαδή «Οι λογαριασμοί που λειτουργούν με νομική και διαχειριστική αυτοτέλεια, τροφοδοτούνται από το προϊόν κοινωνικών πόρων, έχουν συσταθεί με ειδικές νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις και δια των οποίων καταβάλλονται παροχές σε υπαλλήλους ή εξυπηρετούνται άλλοι ειδικοί σκοποί», ορίστηκε δε, μεταξύ άλλων, ότι «Τα περιουσιακά στοιχεία των ειδικών λογαριασμών … αποτελούν δημόσια περιουσία όταν λειτουργούν σε Υπουργεία και περιουσία του οικείου φορέα όταν λειτουργούν σε ΝΠΔΔ και τον ευρύτερο Δημόσιο Τομέα. Αντίστοιχα, οι πόροι και το προϊόν τους αποτελούν δημόσια έσοδα και περιέρχονται αυτοδίκαια στον Κρατικό Προϋπολογισμό ή περιουσία του οικείου φορέα στου οποίου τον προϋπολογισμό αυτοδίκαια περιέρχονται, κατά τα οριζόμενα με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών...» (παρ. 3), περαιτέρω δε ότι «Οι δαπάνες, οι οποίες είναι σχετικές με τον σκοπό για τον οποίο συστάθηκαν οι Ειδικοί Λογαριασμοί … βαρύνουν τον Κρατικό Προϋπολογισμό … και τον προϋπολογισμό του οικείου φορέα…» (παρ. 5) και ότι «Οι δαπάνες που αφορούν κάθε μορφής παροχές σε υπαλλήλους πραγματοποιούνται με την έκδοση μισθοδοτικών καταστάσεων από την οικονομική υπηρεσία του οικείου φορέα κατά τις διέπουσες το Δημόσιο και κάθε φορέα διατάξεις.…» (παρ. 7). Με το άρθρο 3 του ίδιου νόμου 3697/2008 ορίστηκε στην παρ. 1 ότι από τις διατάξεις του άρθρου 2, εξαιρούνται, μεταξύ άλλων, οι λογαριασμοί του Δημοσίου που αφορούν χρηματοδότηση έργων από την Ευρωπαϊκή Ένωση ή προβλέπονται από κανόνες Κοινοτικού Δικαίου και δεν καταβάλλουν επιδόματα και παροχές σε υπαλλήλους ή έχουν συσταθεί σε εκτέλεση Διεθνών Συμβάσεων ή Συμφωνιών (περ. α), λογαριασμοί που εξυπηρετούν αποκλειστικά κονδύλια έρευνας (περ. β), λογαριασμοί χρηματοδοτούμενοι αποκλειστικά από συνδρομές των δικαιούχων τους (περ. γ), λογαριασμοί των οποίων οι πόροι αξιοποιούνται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο για τη χρηματοδότηση προγραμμάτων αποκατάστασης, αναβάθμισης και προστασίας του περιβάλλοντος (περ. δ) και στην παρ. 2 ότι η υπαγωγή στις εξαιρέσεις των περιπτώσεων α, β, γ και δ της παρ. 1 γίνεται με υπουργική απόφαση. Περαιτέρω, στο άρθρο 4 του ν. 3697/2008 καθορίστηκαν οι όροι λειτουργίας των διατηρούμενων ειδικών λογαριασμών και ορίστηκε στην παρ. 3 ότι οι διαχειριστικές επιτροπές τους υποβάλλουν υποχρεωτικά προς έλεγχο στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους τον προϋπολογισμό, τον απολογισμό και τις λογιστικές καταστάσεις, περαιτέρω δε, και στο άρθρο 6 του ίδιου νόμου ορίστηκαν τα σχετικά με την κατάργηση των επιτροπών διαχείρισης όλων των καταργηθέντων ειδικών λογαριασμών.
10. Επειδή, επακολούθησε η έκδοση της οικ.2/42439/Α0024/ 10.6.2009 απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών (Β΄ 1162), σύμφωνα με την οποία: «1. Στις εξαιρέσεις του άρθρου 3 του ν. 3697/2008 υπάγεται και ο λογαριασμός No 250986/7 του Ταμείου Επικουρικής Ασφάλισης Δημοσίων Υπαλλήλων (ΤΕΑΔΥ/Διαχειριστικός λογαριασμός Υπηρεσιακής Μονάδας ΙΑ) που τηρείται στην Τράπεζα της Ελλάδος, του οποίου τα έσοδα προβλέπονται από τις διατάξεις της περ. β΄ της παρ. 2 του άρθρου 45 του ν. 3220/2004. 2. Η διαχείριση και η λειτουργία του λογαριασμού αυτού, που συστήθηκε σε εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 17 παρ. 3 του ν. 2676/1999… ασκείται από το Γενικό Λογιστήριο του Κράτους/Διεύθυνση 24η - Λογαριασμών του Δημοσίου. 3. Η απόφαση αυτή εφαρμόζεται από την έναρξη ισχύος του ν. 3697/2008».
11. Επειδή, περαιτέρω, στο ΕΤΕΑ που συνεστήθη με το άρθρο 35 του ν. 4052/2012 εντάχθηκε από την έναρξη της λειτουργίας του (1.7.2012), σύμφωνα με το άρθρο 36 του ίδιου νόμου, το ΤΕΑΔΥ και οι τομείς αυτού «ΤΕΑΠΟΚΑ» και «ΤΑΔΚΥ». Στο άρθρο 38 του ν. 4052/2012, όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 5 παρ. 3 του Ν. 4225/2014 (Α΄ 2/7.1.2014), ορίζονται ως πόροι του ΕΤΕΑ: «1. Τα έσοδα από τις ασφαλιστικές εισφορές των ασφαλισμένων και των εργοδοτών. 2.Τα έσοδα από τις προβλεπόμενες εισφορές υπέρ των ταμείων – τομέων και κλάδων που εντάσσονται στο ΕΤΕΑ, οι πρόσοδοι περιουσίας, καθώς και η απόδοση των κεφαλαίων και αποθεματικών αυτών και κάθε άλλο έσοδο και πόρος που προβλέπεται στην οικεία νομοθεσία ή άλλες γενικές διατάξεις νόμων». Εξάλλου, στην παρ. 1. του πιο πάνω άρθρου 5 του ν. 4225/2014 ορίστηκε ότι «1. Από 1.12.2013 το ποσό της εισφοράς στο Ενιαίο Ταμείο Επικουρικής Ασφάλισης (ΕΤΕΑ) όλων των μισθωτών, ασφαλισμένων πριν και μετά την 1.1.1993, υπολογίζεται σε ποσοστό 3% για τον ασφαλισμένο και σε ποσοστό 3% για τον εργοδότη επί των πάσης φύσεως αποδοχών του εργαζόμενου, σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 22 του ν. 2084/1992, όπως ισχύει,...». Περαιτέρω, στην παρ. 2 του άρθρου 45 του ν. 4052/2012 ορίζεται ότι: «Το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού καθώς και η ακίνητη και κινητή περιουσία των εντασσομένων ταμείων και κλάδων απογράφεται από τις διοικήσεις αυτών κατά την ημερομηνία κατάργησής τους, περιέρχεται αυτοδικαίως στο ΕΤΕΑ, το οποίο υπεισέρχεται στα πάσης φύσεως δικαιώματα και υποχρεώσεις των αντίστοιχων εντασσόμενων ταμείων – τομέων και κλάδων» και στο άρθρο 48 του ίδιου νόμου ότι: «1...2. Στο ΕΤΕΑ μεταφέρονται όλα τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις των ασφαλισμένων και συνταξιούχων των εντασσόμενων ταμείων – τομέων και κλάδων... Οι ασφαλισμένοι των εντασσόμενων ταμείων – τομέων και κλάδων καθίστανται ασφαλισμένοι του ΕΤΕΑ και διέπονται από τις διατάξεις της νομοθεσίας του, καθώς και τις διατάξεις της γενικότερης νομοθεσίας.... Οι συνταξιούχοι των εντασσόμενων ταμείων – τομέων και κλάδων καθίστανται συνταξιούχοι του ΕΤΕΑ, το οποίο βαρύνεται εφεξής με την καταβολή της σύνταξής τους και διέπονται από τις διατάξεις αυτού και της γενικότερης ασφαλιστικής νομοθεσίας.... 3. Μέχρι την έκδοση του Κανονισμού Ασφάλισης και Παροχών του ΕΤΕΑ, η είσπραξη και απόδοση των ασφαλιστικών εισφορών υπέρ των ανωτέρω ταμείων – τομέων και κλάδων επικουρικής ασφάλισης και η χορήγηση των παροχών στους ασφαλισμένους εξακολουθούν να πραγματοποιούνται από τις υπηρεσίες που καθορίζονται αντιστοίχως από τη νομοθεσία αυτών». Περαιτέρω, στο άρθρο 47 του ν. 4052/2012 ορίζεται ότι : «1. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται εντός τριών (3) μηνών από τη σύσταση του ΕΤΕΑ με πρόταση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, μετά από γνώμη του Δ.Σ. του ΕΤΕΑ, αναλογιστική μελέτη και γνωμοδότηση του Συμβουλίου Κοινωνικής Ασφάλισης (Σ.Κ.Α.) καταρτίζεται ο Κανονισμός Ασφάλισης και Παροχών του ταμείου, με τον οποίο καθορίζονται τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, οι ασφαλιστικές εισφορές και οι πόροι, ο χρόνος ασφάλισης, η αναγνώριση συντάξιμου χρόνου και ο τρόπος εξαγοράς του, τα δικαιούμενα σύνταξης πρόσωπα, οι προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, η έναρξη και λήξη των παροχών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία ρύθμιση που αφορά τη λειτουργία του ταμείου σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία και το ν. 4046/2012 (Α΄ 28). Μέχρι την έκδοση του Κανονισμού αυτού εξακολουθούν να εφαρμόζονται οι καταστατικές διατάξεις των εντασσόμενων ταμείων - τομέων και κλάδων, η γενικότερη νομοθεσία και ο ν. 4046/2012, όπως ισχύουν». Εξάλλου, στην παρ. 1 του άρθρου 42 του ν. 4052/2012, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή της με την παρ. 1 του άρθρου 96 του ν. 4387/2016, ορίστηκε ότι: «1. Το ποσό της καταβαλλόμενης σύνταξης διαμορφώνεται με βάση: α) τα δημογραφικά δεδομένα τα οποία στηρίζονται σε εγκεκριμένους αναλογιστικούς πίνακες θνησιμότητας, β) το πλασματικό ποσοστό επιστροφής που θα εφαρμόζεται στις συνολικά καταβληθείσες εισφορές και το οποίο θα προκύπτει από την ποσοστιαία μεταβολή των συντάξιμων αποδοχών των ασφαλισμένων, γ) την επιλογή ή όχι της μεταβίβασης της σύνταξης στα δικαιοδόχα μέλη κατά τη στιγμή της συνταξιοδότησης του ασφαλισμένου από τον επικουρικό του φορέα και δ) τον συντελεστή βιωσιμότητας, ο οποίος θα πρέπει να αναπροσαρμόζει σε ετήσια βάση τις νέες και τις ήδη καταβαλλόμενες συντάξεις, μέσω ενός μηχανισμού μειωμένης τιμαριθμικής αναπροσαρμογής, ανάλογα με τις καταβαλλόμενες εισφορές, έτσι ώστε να αποφεύγεται η δημιουργία ελλειμμάτων στο ταμείο, αποκλείοντας κάθε μεταφορά πόρων από τον Κρατικό Προϋπολογισμό. Εάν και μετά την εφαρμογή του συντελεστή βιωσιμότητας προκύψει οποιοδήποτε έλλειμμα, με απόφαση του Υπουργού Εργασίας και Κοινωνικής Ασφάλισης, ύστερα από τεκμηριωμένη πρόταση της Εθνικής Αναλογιστικής Αρχής, το ποσό της σύνταξης θα αναπροσαρμόζεται πριν από την 1η Ιανουαρίου κάθε έτους, με την προϋπόθεση της μη ύπαρξης ελλείμματος σε αυτό και το επόμενο έτος, αποκλείοντας κάθε μεταφορά πόρων από τον Κρατικό Προϋπολογισμό. Αυτό θα πρέπει να επανεξετάζεται σε τριμηνιαία βάση και αν απαιτούνται περισσότερες προσαρμογές θα λαμβάνονται κατά τη διάρκεια του τρέχοντος έτους».

ΣΕ 167/2021

10. Επειδή, προβάλλεται ότι, σύμφωνα με το άρθρο 21 του ν. 1650/1986 (παρατεθέν ανωτέρω, στη σκ. 6), ο χαρακτηρισμός προστατευόμενων περιοχών, η οριοθέτηση και ο καθορισμός χρήσεων γης εντός των ορίων τους γίνονται “σε εφαρμογή ειδικής περιβαλλοντικής μελέτης”, η οποία ανατίθεται και εγκρίνεται “με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής”, και ότι το προσβαλλόμενο π.δ. στηρίζεται σε δύο ΕΠΜ, εγκριθείσες από το Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου Περιβάλλοντος, χωρίς, όμως, να προκύπτει ανάθεσή τους από τον Υπουργό ή από εξουσιοδοτημένο από αυτόν όργανο. Επίσης, προβάλλεται ότι δεν έχει εκδοθεί η, προβλεπόμενη στο άρθρο 21 παρ. 6 του ν. 1650/1986 και αναγκαία για την ενεργοποίηση των διαδικασιών έγκρισης ΕΠΜ, απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής, με την οποία θα ορίζονταν η διαδικασία σύνταξης και έγκρισης και οι προδιαγραφές των ειδικών περιβαλλοντικών μελετών του νόμου αυτού. Κατά συνέπεια, κατά τον αιτούντα Δήμο, οι επίμαχες ΕΠΜ δεν μπορούν να νοηθούν ως ΕΠΜ, τις οποίες προϋποθέτει η ως άνω διάταξη του άρθρου 21 του ν. 1650, και το προσβαλλόμενο π.δ. αποβαίνει, για το λόγο αυτό, ακυρωτέο.
11. Επειδή, όπως αναφέρεται στις δύο Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες [ΕΠΜ], ετών 2011 και 2014, αυτές εκπονήθηκαν κατόπιν ανάθεσης στο μελετητή, αντιστοίχως, από την Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης Δημοσίου Α.Ε. (ΕΤΑΔ Α.Ε., πράξεις 342/25.1.2011 και 96/1.2.2011 του Διοικητικού Συμβουλίου) και από το Υπουργείο Περιβάλλοντος (πράξη 125598/2014 της Ειδικής Υπηρεσίας Διαχείρισης του Επιχειρησιακού Προγράμματος “Περιβάλλον και Αειφόρος Ανάπτυξη”), αμφότερες δε εγκρίθηκαν με αποφάσεις του Γενικού Γραμματέα του Υπουργείου Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής (56014/2390/29.10.2012 και 48730/2236/15.10.2014). Εξάλλου, οι πράξεις ανάθεσης των ΕΠΜ σε μελετητή και έγκρισης των εκπονηθεισών μελετών αποτελούν ατομικές πράξεις, οι οποίες είναι αυτοτελώς προσβλητές από κάθε πρόσωπο που δικαιολογεί έννομο προς τούτο συμφέρον, δεν εντάσσονται σε σύνθετη διοικητική ενέργεια που καταλήγει στην έκδοση του προαναφερθέντος π.δ. και δεν ενσωματώνονται σε αυτό, η δε νομιμότητά τους δεν μπορεί να ελεγχθεί παρεμπιπτόντως, επ’ ευκαιρία προσβολής του π.δ. χαρακτηρισμού. Περαιτέρω, ναι μεν με το άρθρο 6 του ν. 3937/2011 αντικαταστάθηκε το άρθρο 21 του ν. 1650/1986 και με την παρ. 6 αυτού παρεσχέθη νομοθετική εξουσιοδότηση προς τον Υπουργό Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής για τον καθορισμό των προδιαγραφών των ειδικών περιβαλλοντικών μελετών και των ειδικών εκθέσεων, καθώς και της διαδικασίας σύνταξης και έγκρισής τους όμως, σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 4 του ν. 3937/2011, “α) Μέχρι την έκδοση της απόφασης του Υπουργού Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής της παραγράφου 6 του άρθρου 6, εφαρμόζονται αναλόγως τα προβλεπόμενα από την κ.υ.α. 69269/5387/1990 ... με την επιφύλαξη της περίπτωσης α΄ της παραγράφου 1 του άρθρου 6. β) ... γ) Μέχρι τη σύνταξη των προδιαγραφών των ειδικών περιβαλλοντικών μελετών της παρ. 6 του άρθρου 21 του ν. 1650/1986, όπως αντικαθίσταται με το άρθρο 6, ισχύουν οι προδιαγραφές που περιγράφονται στον Πίνακα 4 της κ.υ.α. 69269/5387/1990”. Ως εκ τούτου και δεδομένου ότι δεν έχει εκδοθεί, κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 21 παρ. 6 του ν. 1650, ως ίσχυε, η εκεί προβλεπόμενη κανονιστική υπουργική απόφαση, εξακολουθεί να ισχύει η ΚΥΑ 69269/5387/1990 (Β΄ 678), βάσει της οποίας εκπονήθηκαν τα έτη 2011 και 2014 οι ΕΠΜ των οικείων περιοχών. Κατόπιν αυτών, πρέπει να απορριφθούν οι προεκτεθέντες λόγοι ακυρώσεως.
ΣΕ 100/2020

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται η ακύρωση της από 21.5.2013 απόφασης, η οποία ελήφθη σε κοινή συνεδρίαση της Γενικής Συνέλευσης και του Εκλεκτορικού Σώματος του Τμήματος Επιστήμης, Ζωϊκής Παραγωγής και Υδατοκαλλιεργειών του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών, με την οποία εκλέχθηκε στη βαθμίδα του Καθηγητή με γνωστικό αντικείμενο «Υγιεινή Αγροτικών Ζώων», ο Ι. Μ. κατά παράλειψη του αιτούντος.
3. Επειδή, συμπροσβαλλόμενη και μόνη παραδεκτώς προσβαλλόμενη πράξη πρέπει να θεωρηθεί η εκδοθείσα μετά την άσκηση της κρινόμενης αίτησης 5507/5.9.2013 πράξη του Πρύτανη του Γεωπονικού Πανεπιστημίου Αθηνών (Γ΄ 820/30.6.2014), περί διορισμού του Ι. Μ. στην επίδικη θέση, με την οποία ολοκληρώθηκε η σύνθετη διοικητική ενέργεια, ενσωματώθηκε δε σε αυτήν η ανωτέρω από 21.5.2013 απόφαση της Γενικής Συνέλευσης και του Εκλεκτορικού Σώματος (ΣτΕ 420/2011 επταμελές, 1707/2013 κ.ά.).

ΣΕ 354/2020

6. Επειδή, περαιτέρω, με τις ως άνω διατάξεις του Κώδικα Δικηγόρων διαγράφεται σύνθετη διοικητική ενέργεια, η οποία εκκινεί επί αιτήματος του υποψηφίου ασκούμενου δικηγόρου, πτυχιούχου Νομικής Σχολής πανεπιστημίου εκτός Ε.Ε. προς τη Μόνιμη Επιτροπή Δοκιμασίας Επάρκειας. Η Επιτροπή, επιλαμβανομένη του αιτήματος αυτού, εκδίδει απόφαση, με την οποία αποφαίνεται επί των επαγγελματικών προσόντων του υποψηφίου και τον παραπέμπει σε δοκιμασία επάρκειας για την πιστοποίηση των γνώσεων του επί του ελληνικού δικαίου. Η βαθμολόγηση των γραπτών των εξεταζομένων διενεργείται από δύο μέλη της Επιτροπής αυτής και, βάσει της βαθμολογίας που έλαβε κάθε υποψήφιος, ο γραμματέας της Επιτροπής συντάσσει πίνακα τελικής βαθμολογίας όλων των υποψηφίων και συγκεντρωτικό πίνακα επιτυχόντων ανά μάθημα, ο οποίος κοινοποιείται στους ενδιαφερομένους με σχετική ανακοίνωση της Επιτροπής που αναρτάται στις ιστοσελίδες του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών και της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων της Χώρας. Μετά την επιτυχή εξέταση υποψηφίου σε όλα τα οριζόμενα από την ως άνω Επιτροπή μαθήματα, η σύνθετη διοικητική ενέργεια ολοκληρώνεται με την εγγραφή του, κατόπιν αίτησής του, στο μητρώο ασκουμένων δικηγόρων του Δικηγορικού Συλλόγου, όπου επιθυμεί να ασκηθεί.
7. Επειδή, ενόψει των ανωτέρω, παραδεκτώς προσβάλλεται η από 3.10.2018 απόφαση της Μόνιμης Επιτροπής Δοκιμασίας Επάρκειας, επί της από 26.9.2018 αίτησης του αιτούντος, με την οποία παραπέμφθηκε προς εξέταση σε επτά (7) μαθήματα. Κατά της πράξης αυτής, ο αιτών άσκησε, εντός της προθεσμίας άσκησης της αιτήσεως ακυρώσεως, την από 21.11.2018 αίτηση θεραπείας, η οποία διέκοψε, σύμφωνα με το άρθρο 46 παρ. 2 του π.δ. 18/1989 (Α΄ 8), για 30 ημέρες την προθεσμία αυτή, ήτοι έως τις 21.12.2018. Συνεπώς, εμπροθέσμως ζητείται η ακύρωση της απόφασης αυτής με την υπό κρίση αίτηση ακυρώσεως, ασκηθείσα στις 27.12.2018, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού του καθ’ ου Δημοσίου. Περαιτέρω, απαραδέκτως προσβάλλεται η “από 19.12.2018 ρηματική ανακοίνωση” από τη Γραμματεία της Μόνιμης Επιτροπής Δοκιμασίας Επάρκειας προς τον αιτούντα περί απόρριψης της ως άνω αιτήσεως θεραπείας, εφόσον η αίτηση αυτή απορρίφθηκε ρητώς με την από 4.12.2018 απόφαση της Επιτροπής αυτής. Επίσης, απαραδέκτως προσβάλλεται η από 18.12.2018 ανάρτηση στην ιστοσελίδα του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά της ανακοίνωσης του πίνακα επιτυχόντων στα εξετασθέντα μαθήματα της εξεταστικής περιόδου Οκτωβρίου 2018, η οποία στερείται εκτελεστότητας, ως έχουσα πληροφοριακό απλώς χαρακτήρα. Ο πίνακας όμως αυτός, κατά το μέρος που δεν περιλαμβάνει τον αιτούντα ως επιτυχόντα στα μαθήματα που εξετάσθηκε κατά την ως άνω εξεταστική περίοδο (Αστικό Δίκαιο, Διοικητικό Δίκαιο, Διοικητική Δικονομία) παραδεκτώς προσβάλλεται με την υπό κρίση αίτηση ως εντασσόμενος στην ως άνω σύνθετη διοικητική ενέργεια, δεν συνιστά όμως, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει ο αιτών, απόρριψη εκ μέρους του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά της αίτησής του να εγγραφεί στο μητρώο ασκουμένων δικηγόρων του Συλλόγου αυτού, εφόσον προϋπόθεση για την εγγραφή αυτή αποτελεί η επιτυχής εξέταση στα οριζόμενα από την Μόνιμη Επιτροπή Δοκιμασίας Επάρκειας μαθήματα. Επίσης, παραδεκτώς προσβάλλεται η βαθμολόγηση που έλαβε ο αιτών στα μαθήματα Αστικό Δίκαιο, Διοικητικό Δίκαιο και Διοικητική Δικονομία.

ΣΕ 1747/2019

1747/2019 ΣΤΕ ( 759664)

(Α` ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ ΝΟΜΟΣ, ΑΡΜ 2020/301)
ΤΕΙ και πρόσληψη εμμίσθων δικηγόρων. Το πρακτικό της τριμελούς επιτροπής στερείται εκτελεστού χαρακτήρα και προσβάλλεται απαραδέκτως. Συμπληρωματική εφαρμογή του άρθρου 11 του ν. 1649/1986. Στοιχεία που απαιτείται να αναφέρονται στο πρακτικό του Συμβουλίου του ΤΕΙ ή στην εισήγηση της τριμελούς επιτροπής. Η εξουσιοδοτική διάταξη του άρθρου 2 παρ. 9 του ν. 2188/1994 είναι ειδική. Το δικαίωμα αυτοδιοικήσεως των ΤΕΙ δεν περιλαμβάνει και την εξουσία πρόσληψης εμμίσθων δικηγόρων. Νομίμως η πράξη επιλογής εκδόθηκε από το Συμβούλιο του ΤΕΙ και όχι από τον Υπουργό Παιδείας. Το Συμβούλιο του ΤΕΙ είχε ευχέρεια να ανακαλέσει τις παράνομες πράξεις. Κρίσιμος χρόνος για την αξιολόγηση των υποψηφίων ήταν ο χρόνος υποβολής της αίτησης συμμετοχής τους και οικείο πρακτικό έχει εκδοθεί επικαίρως. Νομίμως η επιτροπή προσέδωσε μείζονα βαρύτητα στο κριτήριο της ενασχόλησης με την νομοθεσία των ΤΕΙ, λόγω της προηγούμενης συνεργασίας του παρεμβαίνοντος με το ΤΕΙ. Η κρίση αυτή δεν ελέγχεται ακυρωτικά και είναι απαράδεκτοι οι ισχυρισμοί του αιτούντος περί πρόδηλης υπεροχής του ως προς τα ουσιαστικά προσόντα έναντι των συνυποψηφίων του. Απορρίπτεται η αίτηση ακύρωσης. Παρατηρήσεις Αναστασία Μπεκιάρη, ΑΡΜ 2020, 304.

2. Επειδή, με την αίτηση αυτή ζητείται, η ακύρωση α) του 16/13.01.2004 πρακτικού της τριμελούς επιτροπής του άρθρου 2 παρ. 2 του π.δ. 124/1994 (Α΄ 91) του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων για την αξιολόγηση των υποψηφίων προς πλήρωση προκηρυχθείσας θέσης δικηγόρου, με σύμβαση εντολής αορίστου χρόνου, στο Τεχνολογικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (ΤΕΙ) .., κατά το μέρος που με το πρακτικό αυτό κατετάγη πρώτος στον οικείο αξιολογικό πίνακα ο δικηγόρος.., και β) της 516 (πρακτικό 37/15.11.2011) απόφασης του Συμβουλίου του Τ.Ε.Ι…, με το οποίο αποφασίσθηκε η ανάκληση της 122/10/30.3.2008 προηγούμενης απόφασής του και επελέγη ο .. στην προκηρυχθείσα θέση κατά παράλειψη του αιτούντος.

3. Επειδή, με προφανές έννομο συμφέρον και εν γένει παραδεκτώς παρεμβαίνει στη δίκη υπέρ του κύρους των προσβαλλομένων πράξεων ο ως άνω επιλεγείς δικηγόρος ..(ΣτΕ 3381/2008).

4. Επειδή, με το άρθρο 1 του π.δ. 102/2013 (Α΄ 136) το καθ’ ου η αίτηση ΤΕΙ .. μετονομάστηκε σε ΤΕΙ Κεντρικής Μακεδονίας.

5. Επειδή, το 16/13.01.2004 πρακτικό της τριμελούς επιτροπής του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων στερείται εκτελεστού χαρακτήρα, αφού αυτό σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 εδ. α΄ του π.δ/τος 124/1994, όπως το εδάφιο αυτό αντικαταστάθηκε με την παρ. 2 του άρθρου μόνου του π.δ/τος 91/2001 (Α΄ 86) και τροποποιήθηκε με την παρ. 23 του άρθρου 8 του ν. 3194/2003 (Α΄ 267), αποτελεί εισήγηση (απλή γνώμη) προς το έχον αποφασιστική αρμοδιότητα Συμβούλιο του Τ.Ε.Ι. .., το οποίο και εξέδωσε τη δεύτερη προσβαλλόμενη με την κρινόμενη αίτηση πράξη. Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση ακύρωσης, κατά το μέρος που στρέφεται κατά του ως άνω πρακτικού, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη (ΣτΕ 3381/2008).

6. Επειδή, με την παρ. 9 του άρθρου 2 του ν. 2188/1994 (Α΄ 18), προστέθηκαν στις θέσεις της παρ. 1 περ. ΙΙ του άρθρου 23 του ν. 1404/1983 (προσωπικό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου) δύο θέσεις δικηγόρων στον Άρειο Πάγο ή το Εφετείο, με σύμβαση αορίστου χρόνου και πάγια μηνιαία αμοιβή, κατά τις διατάξεις του Κώδικα περί Δικηγόρων. Οι θέσεις αυτές κατανεμήθηκαν ανά μία στο Τ.Ε.Ι. .. και το Τ.Ε.Ι. .. . Με την ίδια διάταξη ορίστηκε ότι: «Με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων, ρυθμίζονται τα θέματα που έχουν σχέση με τη διαδικασία και τους όρους προκήρυξης και πλήρωσης των θέσεων αυτών και κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων. Οι δικηγόροι που κατέχουν τις θέσεις αυτές γνωμοδοτούν ύστερα από ερώτημα του Συμβουλίου και εκπροσωπούν το οικείο Τ.Ε.Ι. ενώπιον παντός δικαστηρίου και αρχής ...». Κατ` εφαρμογή της εξουσιοδοτικής αυτής διάταξης εκδόθηκε το π.δ. 124/1994, (Α΄ 91), στο άρθρο 1 του οποίου, όπως το άρθρο αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο μόνο παρ. 1 του π.δ/τος 91/2001 (Α΄ 86), ορίζονται τα εξής προσόντα για την πλήρωση των πιο πάνω δύο θέσεων δικηγόρων των Τ.Ε.Ι. .. και..: α) οι ενδιαφερόμενοι να είναι δικηγόροι στον Άρειο Πάγο ή το Εφετείο, μέλη του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών ή Πειραιώς για τη θέση στο Τ.Ε.Ι. .. και του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης για τη θέση στο Τ.Ε.Ι. .. και β) να μην υπηρετούν μονίμως ή με σύμβαση αορίστου χρόνου και με οποιαδήποτε ιδιότητα σε θέση του δημοσίου ή νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου. Θεωρούνται ότι έχουν επιπλέον προσόντα, εάν έχουν ειδικώς ασχοληθεί με την εκπαιδευτική νομοθεσία και κατά προτίμηση, ειδικότερα, με τη νομοθεσία των Τ.Ε.Ι. και εάν έχουν συγγραφική δράση σχετική με τη νομοθεσία των Τ.Ε.Ι.. Περαιτέρω, στην παρ. 1 του άρθρου 2 του ίδιου διατάγματος ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι για την πλήρωση της θέσης εκδίδεται προκήρυξη του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων που δημοσιεύεται σε ημερήσιες εφημερίδες, στην οποία αναφέρονται τα προσόντα του προηγούμενου άρθρου και παρέχεται προθεσμία δέκα (10) ημερών σε κάθε ενδιαφερόμενο από την ημέρα της κυκλοφορίας της εφημερίδας που τελευταία δημοσίευσε την περίληψη της προκήρυξης, να καταθέσει αίτηση συμμετοχής στη διαδικασία πλήρωσης της θέσης. Σύμφωνα με την ίδια διάταξη, μαζί με την αίτηση κατατίθενται, πλην άλλων, σύντομο βιογραφικό σημείωμα σχετικό, ιδίως, με τα προσόντα που απαιτούνται για την πλήρωση της θέσης, καθώς και από ένα αντίτυπο βιβλίων ή δημοσιεύσεων που τυχόν υπάρχουν, αν ο ενδιαφερόμενος επικαλείται ως προσόν συγγραφική δράση σχετική με τη νομοθεσία των Τ.Ε.Ι. Στο πρώτο εδάφιο της παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου μόνου του π.δ/τος 91/2001 και τροποποιήθηκε με την παρ. 23 του άρθρου 8 του ν. 3194/2003 (Α΄ 267), ορίζεται στη συνέχεια ότι «Η πλήρωση των θέσεων γίνεται με αιτιολογημένη απόφαση από το Συμβούλιο του οικείου Τ.Ε.Ι. μεταξύ των υποψηφίων που έχουν τα νόμιμα προσόντα και ύστερα από εισήγηση τριμελούς επιτροπής, η οποία απαρτίζεται από το νομικό σύμβουλο του Υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ως πρόεδρο και δύο παρέδρους ή δικαστικούς αντιπροσώπους του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ...» Εξάλλου, στο άρθρο 3 παρ. 8 περ. α΄ του ν. 3027/2002 (Α΄ 152) ορίσθηκε ότι «8. α) Στις θέσεις δικηγόρων ΤΕΙ που έχουν προστεθεί στις θέσεις της παρ. 1 περίπτωση ΙΙ του άρθρου 23 του Ν. 1404/1983 με τη διάταξη της παρ. 9 του άρθρου 2 του Ν. 2188/1994 (ΦΕΚ Α΄ 18) προστίθενται επιπλέον δεκατέσσερις θέσεις δικηγόρων στον Άρειο Πάγο, οι οποίες κατανέμονται ανά μία στα ΤΕΙ ….., … Για την πλήρωση και τα λοιπά θέματα που έχουν σχέση με τις θέσεις αυτές εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις της παρ. 9 του άρθρου 2 του Ν. 2188/1994 και των προεδρικών διαταγμάτων 124/1994 (ΦΕΚ 91 Α΄) και 91/2001 (ΦΕΚ 86 Α΄)». Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 11 του ν. 1649/1986 (Α΄ 149), όπως αυτό τροποποιήθηκε με το άρθρο 18 παρ. 1 του ν. 1868/1989 (Α΄ 230), «Η πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία ή η αποκλειστική ή συστηματική ανάθεση υποθέσεων με πάγια αμοιβή από νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, όπως αυτός προσδιορίζεται στο άρθρο 9 του ν. 1232/1982 και στο άρθρο 1 παρ. 6 του ν. 1256/1982, γίνεται με επιλογή ύστερα από προκήρυξη. …. 2. ... 3. … 4. … 5. …6. Με την αίτηση τους οι υποψήφιοι υποβάλλουν τα απαραίτητα δικαιολογητικά για την απόδειξη των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων τους. Για την πρόσληψη λαμβάνονται υπόψη η προσωπικότητα του υποψηφίου, η επιστημονική του κατάρτιση, η εξειδίκευσή του στο αντικείμενο της απασχόλησης, η επαγγελματική του πείρα και επάρκεια και η γνώση ξένων γλωσσών, που συνεκτιμώνται με την οικογενειακή και οικονομική του κατάσταση, τις βιοτικές του ανάγκες, την ηλικία του και την πρόβλεψη της εξέλιξής του … 7. Η επιτροπή εξετάζει τις αιτήσεις και τα δικαιολογητικά των υποψηφίων και τους καλεί σε ατομική συνέντευξη. Μέσα σε ένα μήνα το πολύ από την τελευταία ατομική συνέντευξη εκδίδει αιτιολογημένη απόφαση με τη σειρά αξιολόγησης των υποψηφίων. …».

7. Επειδή, από τις αναφερόμενες στην προηγούμενη σκέψη διατάξεις, σε συνδυασμό μεταξύ τους ερμηνευόμενες, συνάγεται ότι για την επιλογή σε θέση δικηγόρου Τ.Ε.Ι. εφαρμοστέες είναι τόσο οι ειδικές διατάξεις του π.δ/τος 124/1994, όπως τροποποιήθηκε μεταγενεστέρως, κατά το μέρος που ρυθμίζουν τη διαδικασία και τους όρους προκήρυξης και πλήρωσης της θέσης αυτής κατά παρέκκλιση των κειμένων γενικών διατάξεων του άρθρου 11 του ν. 1649/1986, όσο και, συμπληρωματικώς, οι τελευταίες αυτές διατάξεις του άρθρου 11, που αφορούν την πλήρωση θέσεων δικηγόρων με πάγια αντιμισθία σε νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και τα Τ.Ε.Ι., για τα ζητήματα τα οποία δεν ρυθμίζονται διαφορετικά από τις ειδικότερες διατάξεις του π.δ/τος 124/1994, όπως ο καθορισμός γενικών κριτηρίων αξιολόγησης των υποψηφίων προς κατάληψη θέσης δικηγόρου Τ.Ε.Ι. (πρβλ. Πρ.Επεξ. 400/1998). Τη συμπληρωματική εφαρμογή των τελευταίων αυτών διατάξεων του άρθρου 11 του ν. 1649/1986 δεν αποκλείει η μη ρητή επίκλησή τους στην προκήρυξη της θέσης δικηγόρου Τ.Ε.Ι, εφόσον δεν προβλέπεται ρητώς η μη εφαρμογή τους, η δε επίμαχη επιλογή δικηγόρου εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων και του εν λόγω νόμου. Υπό την αντίθετη εκδοχή, το ειδικό νομοθετικό πλαίσιο για την επιλογή δικηγόρων στα Τ.Ε.Ι. (ανωτέρω άρθρα 2 παρ. 9 του ν. 2188/1994, 3 παρ. 8 περ. α΄ του ν. 3027/2002 και π.δ/γμα 124/1994, όπως τροποποιηθέν ισχύει), με το οποίο ορίζονται μόνο τα τυπικά προσόντα των υποψηφίων χωρίς να τίθενται γενικά κριτήρια αξιολόγησής τους, παρά μόνο το συνεκτιμώμενο με τα λοιπά προσόντα (βλ. ΣτΕ 5088/1997) ειδικό προσόν της ενασχόλησης αυτών ειδικώς με τα θέματα της εκπαιδευτικής νομοθεσίας των Τ.Ε.Ι., θα ήταν ατελές και θα παραβίαζε για το λόγο αυτό τις αρχές τις διαφάνειας και της αξιοκρατίας, οι οποίες διέπουν τις διαδικασίες για την πλήρωση θέσεων του δημόσιου τομέα (πρβλ. 3404/2006, 2396/2004 Ολ.). Εξάλλου, από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις συνάγεται ότι για την επιλογή σε θέση δικηγόρου Τ.Ε.Ι. πρέπει το Συμβούλιο του οικείου εκπαιδευτικού ιδρύματος να προβαίνει σε συγκριτική ουσιαστική αξιολόγηση των πραγματικών δεδομένων των υποψηφίων οι οποίοι έχουν τα νόμιμα προσόντα, σε σχέση με τα καθοριζόμενα από τις πιο πάνω διατάξεις κριτήρια. Στο δε σχετικό πρακτικό του Συμβουλίου ή στη συνοδεύουσα αυτό εισήγηση της τριμελούς επιτροπής, την οποία το Συμβούλιο υιοθετεί, πρέπει να εκτίθενται τα κριτήρια και τα πραγματικά δεδομένα τα αναφερόμενα στους υποψηφίους, τα οποία οδήγησαν, κατά συνεκτίμηση της σπουδαιότητάς τους, στην κρίση περί επιλογής του καταλληλότερου για την κατάληψη της προκηρυχθείσας θέσης (βλ. ΣτΕ 1177/2014, 2793/2009).

8. Επειδή, όπως προκύπτει από τα στοιχεία του φακέλου, με την 47244/Ε5/15.5.2003 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων προκηρύχθηκε, μεταξύ άλλων, και μια θέση δικηγόρου, με σύμβαση αορίστου χρόνου και πάγια μηνιαία αμοιβή, για το Τ.Ε.Ι. ... Ακολούθως, η συγκροτηθείσα, δυνάμει της 99012/Ε5/16.9.2003 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων τριμελής επιτροπή του άρθρου 2 παρ. 2 του π.δ. 124/1994, στις από 13.10.2003 (πρακτικό 1) και 14.10.2003 (πρακτικό 2) συνεδριάσεις, εξέτασε τα δικαιολογητικά των υποψηφίων προς πλήρωση της επίμαχης θέσης δικηγόρου στο Τ.Ε.Ι. .. και αποφάσισε να κληθούν οι υποψήφιοι σε συνέντευξη προς παροχή των απαραίτητων διευκρινίσεων. Στη συνέχεια, η επιτροπή αυτή, μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας των συνεντεύξεων, με το 16/13.1.2004 πρακτικό, έκρινε, ύστερα από συγκριτική αξιολόγηση των λοιπών υποψηφίων, ότι καταλληλότερος για την επίμαχη θέση είναι ο παρεμβαίνων, ο δε αιτών κατατάχθηκε στην τρίτη θέση. Κατόπιν τούτου, το Συμβούλιο του ΤΕΙ .. με την 19 (πρακτικό 2/5.2.2004) απόφαση επέλεξε τον παρεμβαίνοντα στην επίμαχη θέση. Κατά της απόφασης αυτής ο αιτών άσκησε την από 2.4.2004 αίτηση ακυρώσεως. Εξάλλου, μετά την έκδοση της 640/2004 απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας, με την οποία ακυρώθηκε η 87198/Ε5/28.8.2002 πράξη του Υπουργού Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΦΕΚ τ. ν.π.δ.δ. 192/29.8.2002) με την οποία διαπιστώθηκε η εκλογή Προέδρου και Αντιπροέδρου του Τ.Ε.Ι. .., το Συμβούλιο του Τ.Ε.Ι. με την 122 (πρακτικό 10/20.3.2008) απόφαση ανακάλεσε την 19 (πρακτικό 2/5.2.2004) απόφασή του και επέλεξε εκ νέου τον παρεμβαίνοντα στην επίμαχη θέση. Κατόπιν τούτου, με την 3381/2008 απόφαση του Συμβουλίου της Επικρατείας καταργήθηκε η δίκη επί της αιτήσεως ακυρώσεως του αιτούντος κατά της 19 (πρακτικό 2/5.2.2004) απόφασης του Συμβουλίου του Τ.Ε.Ι. Ο αιτών, στη συνέχεια, άσκησε την από 2.5.2008 αίτηση ακυρώσεως κατά της προαναφερόμενης 122 (πρακτικό 10/20.3.2008) απόφασης του Συμβουλίου του Τ.Ε.Ι. .. . Ακολούθως, με την 516 (πρακτικό 37/15.11.2011) απόφαση του Συμβουλίου του Τ.Ε.Ι. .. ανακλήθηκε η 122 (πρακτικό 10/20.3.2008) απόφαση του ιδίου οργάνου και επελέγη, εκ νέου ο παρεμβαίνων στην προκηρυχθείσα θέση κατά παράλειψη του αιτούντος. Κατόπιν τούτου, ο αιτών υπέβαλε παραίτηση από την προαναφερόμενη αίτηση ακυρώσεως (Π5533/14.9.2010), άσκησε δε την κρινόμενη αίτηση ακυρώσεως κατά της νεότερης απόφασης του Συμβουλίου του Τ.Ε.Ι.

9. Επειδή, η αναφερόμενη στην έκτη σκέψη εξουσιοδότηση του άρθρου 2 παρ. 9 του ν. 2188/1994, με την οποία επετράπη ο καθορισμός με προεδρικό διάταγμα των όρων προκήρυξης και πλήρωσης θέσεων δικηγόρων που κατανεμήθηκαν στα Τ.Ε.Ι. και μάλιστα «κατά παρέκκλιση των κειμένων διατάξεων» που ρυθμίζουν την πρόσληψη δικηγόρων με πάγια αντιμισθία σε νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα, στους οποίους περιλαμβάνεται και ο καθορισμός των προσόντων που πρέπει να έχουν οι υποψήφιοι για κατάληψη των θέσεων δικηγόροι, αποτελεί ειδική εξουσιοδότηση νόμου κατά την έννοια του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος, εντός του περιεχομένου της οποίας ευρίσκονται οι κανονιστικές ρυθμίσεις του π.δ/τος 124/1994 (ΣτΕ 2458/2002 επτ.). Επομένως, νομίμως από την άποψη αυτή ορίστηκε, με το άρθρο 2 παρ. 1 του ως άνω εκδοθέντος προεδρικού διατάγματος, ο Υπουργός Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων ως αρμόδιο όργανο για την έκδοση της σχετικής προκήρυξης, τον καθορισμό των τυπικών και ουσιαστικών προσόντων συμμετοχής στο διαγωνισμό και τον ορισμό επιτροπής αξιολόγησης των υποψηφίων δικηγόρων και τα περί του αντιθέτου προβαλλόμενα με την υπό κρίση αίτηση είναι αβάσιμα. Ειδικότερα, αβασίμως ισχυρίζεται ο αιτών ότι η κατ’ άρθρο 16 παρ. 5 του Συντάγματος αυτοδιοίκηση των Τ.Ε.Ι. επιβάλλει η όλη διαδικασία επιλογής δικηγόρου από Τ.Ε.Ι. να οργανώνεται και να εκτελείται από το ίδιο το νπδδ του Τ.Ε.Ι. Τούτο διότι, το δικαίωμα αυτοδιοικήσεως των Τ.Ε.Ι. περιλαμβάνει την εξουσία επιλογής δια των ιδίων τους οργάνων του διδακτικού και διοικητικού προσωπικού αυτών (πρβλ. ΣτΕ 3010/2000) και όχι την εξουσία πρόσληψης δικηγόρων με σχέση έμμισθης εντολής, οι οποίοι δεν αποτελούν διοικητικό προσωπικό του οικείου νομικού προσώπου (βλ. ΣτΕ 2795/2009, 1431/2005).

10. Επειδή, η σύνθετη διοικητική ενέργεια διέπεται από τις εκάστοτε διαδικαστικού χαρακτήρα διατάξεις που τίθενται σε ισχύ κατά το χρόνο της διάρκειάς της (βλ. ΣτΕ 991, 382/2007). Επομένως, νομίμως εν προκειμένω η τελική πράξη επιλογής εκδόθηκε από το Συμβούλιο του Τ.Ε.Ι. .., που ήταν το αρμόδιο προς τούτο όργανο, σύμφωνα με τη διάταξη του ισχύοντος κατά το χρόνο εκδόσεως αυτής άρθρου 8 παρ. 23 του ν. 3194/2003, και όχι από τον αρμόδιο κατά το προϊσχύσαν κανονιστικό καθεστώς (άρθρο 2 παρ. 2 του π.δ/τος 124/1994, όπως τροποποιήθηκε από το άρθρο μόνο παρ. 2 του π.δ/τος 91/2001), Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων (ΣτΕ 2795/2009). Συνεπώς, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ο ισχυρισμός του αιτούντος ότι η προσβαλλόμενη απόφαση μη νομίμως εκδόθηκε από το Συμβούλιο του Τ.Ε.Ι. .., καθόσον η προκήρυξη για την πλήρωση της επίμαχης θέσης είχε εκδοθεί από τον Υπουργό Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων.